Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Roddy Doyle: Paula Spencer

Ο Ρόντι Ντόιλ είναι ο αγαπημένος μου ιρλανδός συγγραφέας. Από την εποχή που είδα στον κινηματογράφο το The Van αγοράζω το ένα μετά το άλλο τα βιβλία του και εξακολουθώ να τα απολαμβάνω το ίδιο. Το δυνατά του σημεία είναι αναμφίβολα το χιούμορ και οι εξαιρετικοί διάλογοι που βάζει στα στόματα των ηρώων του. Ο συγγραφέας αυτός έχει μια μοναδική ικανότητα να βγάζει γέλιο μέσα κι από τις πιο τραγικές καταστάσεις.

Στο ανά χείρας βιβλίο διαβάζουμε τη συνέχεια της ιστορίας της Πόλα Σπένερ, που είχαμε πρωτογνωρίσει στο The Woman Who Walked Into Doors. Τότε η Πόλα ήταν μια αλκοολική σύζυγος και μητέρα, που ζούσε μονάχα για το πάθος της. Η ζωή της όλη κυλούσε μονότονα στις παρυφές της ζωής, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στα παιδιά της. Σήμερα τη συναντάμε πια χήρα και «καθαρή» από το αλκοόλ, να προσπαθεί όσο μπορεί να εξιλεωθεί για τα λάθη του παρελθόντος και να κτίσει ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτή και τα μικρότερά της παιδιά, που δεν είναι πια και τόσο παιδιά. Η Πόλα νιώθει ενοχές, πνίγεται απ’ αυτές. Προσπαθεί απεγνωσμένα να αποκτήσει την εύνοια των παιδιών της, που τόσο παραμέλησε, αλλά και να προβεί σε μια οριστική ρήξη με το παρελθόν. Ωστόσο, ο πειρασμός είναι πάντα εκεί, δίπλα της, και παραμονεύει. Θα καταφέρει να θέσει υπό απόλυτο έλεγχο τον κακό της εαυτό; Θα καταφέρει να μην γλιστρήσει και πάλι; Θα την αγαπήσουν οι άλλοι, όπως της πρέπει, κι ας μην έχει η ίδια σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό της; Θα καταφέρει να σώσει την κόρη της, που μοιάζει ν’ ακολουθεί κατά βήμα τα δικά της μονοπάτια;

Το Πόλα Σπένσερ είναι μια ιστορία για την ελπίδα που κάθε μέρα γεννιέται και πεθαίνει, για τα φαντάσματα του παρελθόντος και τις προσδοκίες του μέλλοντος, για την επιτακτική ανάγκη για αλλαγή, που πολλές φορές μπορεί να μας σώσει από πολλούς μπελάδες, ακόμη κι απ’ τον εαυτό μας. Αποτελεί επίσης ένα κοινωνικό σχόλιο για το πρόσωπο της Ιρλανδίας που ραγδαία αλλάζει, για τους μετανάστες που αναζητούν εκεί μια καλύτερη τύχη, για τις εύθραυστες οικογενειακές σχέσεις, για τη μοναξιά που φορά διάφορα προσωπεία.

Ο Ντόιλ και εδώ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: στήνει ένα ανθρώπινο μύθο, απ’ αυτούς με τους οποίους μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας. Η Πόλα είναι μια απλή γυναίκα, που βιώνει με γλυκόπικρο χιούμορ τα μικρά της καθημερινά δράματα και προσπαθεί να θριαμβεύσει. Οι γύρω της απλά συμπληρώνουν την εικόνα του παζλ, προσθέτοντας σ’ αυτή μερικές πινελιές αγωνίας και μικρές ανατροπές θλίψης και χαράς.

Τις 277 σελίδες του βιβλίου τις διάβασα με μια μόλις ανάσα και τις απόλαυσα σα μαύρη σοκολάτα με μια στρώση από νιφάδες λευκής. Ένα, απλά, υπέροχο βιβλίο.

Τα σκουπίδια στα σκουπίδια


υ.γ. Σώτη, σ' ευχαριστώ για την εικόνα

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

Εραστές του τίποτα


Να, που πρέπει να γράψω λίγες γραμμές…

για να συμπληρώσω ένα κενό.

Κενό χώρου; κενό χρόνου; κενό αέρος;

Α, μπα το τελευταίο δε γεμίζει με τίποτα.

Ίσως οι λέξεις να μην είναι αρκετές.

Ίσως και να μην είναι οι σωστές.

Ίσως και να μην είναι καιρός για ίσως.

Όλα τρέχουν:

τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι και

τα άλλα ζώα,

το κενό που ζούμε μα τόσο αγαπούμε.

Μαζί μ’ αυτά τρέχει και η μοναξιά,

ψάχνει για ένα χαμόγελο,

προσπαθεί να βγει απ’ το κλουβί

όπου την έχουν εγκλωβίσει,

όλοι εκείνοι που είναι πολύ βιαστικοί

για να ’ναι μόνοι και ως εκ τούτου

είναι πιο μόνοι απ’ όλους.

Κάπου ανθίζει ένα μοναχικό λουλούδι,

αλλά, ποιος έχει χρόνο να σταθεί να το κοιτάξει;

Μόνο του θα ανθίσει και θα μαραθεί

όπως και τ’ αδέλφια του χρόνια τώρα, και

κάποτε θα πεθάνει,

αλλά θα πεθάνει μες στην ομορφιά,

όπως και έζησε,

όπως και δεν έζησαν οι ανθρώποι,

οι πολύ βιαστικοί για το τίποτα.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008

Η εκδίκηση της Μαριέτας

Τον αγαπούσε μια ζωή, την τυραννούσε μια ζωή. Τον αγαπάει ακόμη, την τυραννάει ακόμη. Θέλει, λέει, να χωρίσουνε. Θέλει να πετάξουνε δεκαπέντε χρόνια κοινής ζωής στα σκουπίδια. Θέλει να διαγράψουνε μεμιάς όλες τις καλές και κακές στιγμές που ζήσανε μαζί. Της λέει πώς όλα τελειώσανε, ότι θέλει να προχωρήσει. Να προχωρήσει για να πάει που; Να κάνει τι; Αφού μέχρι σήμερα όλα εκείνη τα έκανε. Εκείνος ήταν και θα είναι αχαΐρευτος. Στον αιώνα τον απάντα. Αν δεν ήταν εκείνη και ο πλούσιος μπαμπάς της, πουθενά δε θα ’βρισκε δουλειά το μπουμπούκι της. Αν δεν ήταν εκείνη δε θα ζούσε τόσα χρόνια μες στην πολυτέλεια. Αν δεν ήταν εκείνη να κουμαντάρει το καράβι του γάμου τους σε όλες τις φουρτούνες, όλα θα είχαν από καιρό καταρρεύσει. Πέρασαν πολλά μαζί. Πέρασε περισσότερα μοναχή της. Αν έπρεπε να φύγει κάποιος ήταν η ίδια, η Μαριέτα. Η Μαριέτα που τον αγάπησε τόσο, που του χάρισε τόσα πολλά. Η Μαριέτα που γέννησε κι έχασε ένα παιδί. Η Μαριέτα που τόσο πληγώθηκε, μα που δεν έπαψε στιγμή να τον αγαπάει. Ξύπνα μικρή, της λέγαν οι φίλες της. Ξύπνα ηλίθια, της φώναζε ο εαυτός της, αλλά αυτή που ν’ ακούσει.

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Διάβαζα πριν λίγο μια κριτική βιβλίου και αν δεν ήμουν Βούδας, σε ό,τι αφορά τη ψυχική μου γαλήνη, θα έμενα με το στόμα ανοικτό. Ο άνθρωπος που υπέγραφε την κριτική δεν έκανε τίποτα άλλο από το να αποδεικνύει τις γνώσεις του, αφήνοντας την περιγραφή του βιβλίου σε δεύτερη μοίρα. Και μετά είναι να αναρωτιόνται μερικοί-μερικοί γιατί το αναγνωστικό κοινό δεν έχει και σε μεγάλη υπόληψη τους κριτικούς. Ο απλός κόσμος σκέφτεται: αφού δεν μπορώ να καταλάβω τι λέει ο κριτικός για το βιβλίο, πώς θα μπορέσω να κατανοήσω τι λέει το ίδιο το βιβλίο; Έλα ντε!
Ακολουθούν δύο αποσπάσματα:

...Μετωνυμικές χορδές από κοινοτοπίες, ευκολίες και αμερικανιές συνυφαίνονται με εγκάρσιες μεταφορικές δυνάμεις και χιαστούς άκρως ευφυών ευρημάτων, δημιουργώντας ακριβώς με την περιπλοκότητά τους ένα άρτιο νοηματικό σύμπλεγμα, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει, εφόσον θα δούμε εδώ ότι η πλοκή και τα απωθημένα/συμπτώματα, όχι μόνο συγχέονται, μέσα από την παλμική κίνηση (μέσα/έξω) των τελευταίων, αλλά, σε ύστατη ανάλυση, η κίνηση των απωθημένων που επανεμφανίζονται ως συμπτώματα και τούμπαλιν είναι η ουσιαστική πρωταγωνίστρια και ταυτόχρονα η ύλη του σκηνικού. Που σημαίνει πως μια συμπεριφοριστική προσέγγιση θα ήταν πλεονασμός, αφού θα τόνωνε αθέμιτα τις τόσο καλά ισορροπημένες φραστικές και σχηματικές μετωνυμίες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για έργο ηλεκτρικό, εξού και το σοκ που προκάλεσε σε ορισμένους κριτικούς...

...Οι τοίχοι και οι διάδρομοι που γιγαντώνονται, δεν μπορεί παρά να είναι από ύλη γλωσσικής σαβούρας που μπαζώνεται υπογείως, ώστε να μη θυμίζει αυτό που κάποτε αντιπροσώπευσε, εν ολίγοις τις οδυνηρές εμπειρίες. Ο βρυχηθμός του δυνητικού τέρατος, κάθε που γίνονται ανακατατάξεις των μαζών στον σημειακό σκουπιδότοπο, δεν είναι παρά ο ήχος της τσαλακωμένης και αποσυντεθειμένης εμπειρίας, δηλαδή του φόβου για την τρέλα, δηλαδή του φόβου για τον ίδιο τον φόβο. (Είναι εμβληματική η σκηνή όπου τα σκυλιά διαπερνάνε τον φόβο-πόρτα διότι, απλούστατα, δεν έχουν λόγο να φοβηθούν, σαν να λέμε από ένδεια του πλεονεκτήματος της γλώσσας.)...

Μετά από τα πιο πάνω εύλογα αναρωτιέται κανείς: Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Αθώα

Είμαι αθώα, τους λέει. Είμαι αθώα, τους εκλιπαρεί, αλλά αυτοί που να ακούσουν. Την κλείσανε σ’ ένα κελί, εδώ και τρεις ημέρες, για τη δολοφονία του άντρα της, κι ας μην τον σκότωσε αυτή. Κάνετε λάθος -υποστηρίζει με δάκρυα στα μάτια- μεγάλο λάθος, εγώ ποτέ δε θα σκότωνα τον άντρα μου. Τον αγαπούσα. Μόνο αυτόν είχα. Κανέναν άλλο. Γιατί; Γιατί μου το κάνετε αυτό; Σας το ορκίζομαι σ’ ό,τι όσιο κι ιερό υπάρχει, δεν τον σκότωσα...

Η αλήθεια είναι πως ούτε και οι αστυνομικοί είναι σίγουροι για την ενοχή της. Κάποιοι την πιστεύουν, κάποιοι όχι, κάποιοι τη λυπούνται, κάποιοι την απεχθάνονται. Όλες οι υποψίες πέφτουν πάνω της, αλλά δεν έχουν κάποιο σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτή ευθύνεται για το φονικό, δεν έχουν καν μια υποψία για κάποιο πιθανό κίνητρο. Κι όμως, δεν έχει άλλοθι. Υποστηρίζει ότι κοιμόταν όταν άκουσε τον πυροβολισμό, αλλά μέχρι να πάει κάτω ο δολοφόνος είχε φύγει. Έψαξαν να βρουν αν παραβιάστηκε κάποιο παράθυρο ή η πόρτα, αλλά όχι, κάτι που σήμαινε ότι είτε το ίδιο το θύμα άνοιξε την πόρτα σ’ αυτόν που θα στεκόταν ο δήμιός του, είτε ο φονιάς βρισκόταν ήδη στο σπίτι όταν αυτός επέστρεψε απ’ τη δουλειά, αργά το βράδυ. Μπερδεμένη κατάσταση.

Ξεσκόνισαν ολόκληρο το σπίτι για δακτυλικά αποτυπώματα, αλλά και πάλι τίποτα δεν προέκυψε, αφού όσα εντόπισαν ανήκαν στο ζευγάρι. Η μόνη πιθανότητα να βρουν το δράστη, αν δεν ήταν η γυναίκα, ήταν αυτός να έκανε κάποιο μοιραίο λάθος. Αλλά αυτά θαρρώ συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.


Η συνέχεια στα Διηγήματα

Εμμονές

Του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ τις σκέψεις, αλλά ούτε και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την καταβάλει, να την αποκτήσει, να την κερδίσει. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι το αφεντικό, πόσα ο ίδιος αξίζει.

Το πάθος του και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον τρελαίνουν – όχι μόνον αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, ώρες ώρες, τον βλέπουν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν από την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις.

«Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε!» τους κατηγορεί αυτός, κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένοι καθώς, δεν υπάρχει τίποτα για να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο φίλος τους άρχισε να χάνει τα λογικά του.

Πολλές φορές, αργά το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μονάχος και σιγοκλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, ένα πάθος κι ένας πόθος του καίνε τα σωθικά. «Τη θέλω!» λέει μέσα του και ραγίζει. «Τη θέλω,» ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει αδιάφορα τη γραμμένη στα κιτάπια του χρόνου πορεία του.


Η συνέχεια στα Διηγήματα

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2008

David Baldacci: Wish you well

Αν και έγινε γνωστός σαν συγγραφέας εξαιρετικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο David Baldacci εδώ μας παρουσιάζει μία άλλη όψη του πλούσιου ταλέντου του. Το Wish you well θα λέγαμε ότι είναι ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, αλλά και ένα γλυκόπικρο ταξίδι στο παρελθόν. Πρόκειται για την ιστορία της δωδεκάχρονης Λου και του εφτάχρονού της αδελφού, του Οζ.

Όλα αρχίζουν όταν τα δύο παιδιά χάνουν τον πατέρα τους, που είναι συγγραφέας, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η μητέρα τους βγαίνει απ’ αυτή την τραγωδία ζωντανή-νεκρή καθώς δεν μπορεί να μιλήσει ή να αντιληφθεί κάτι από τον κόσμο γύρω της, με αποτέλεσμα τα παιδιά να βρεθούν από τη μια στιγμή στην άλλη ουσιαστικά ορφανά. Εκεί, όμως, που δεν ξέρουν τι να κάνουν έρχεται σαν από μηχανής θεός, για να τους σώσει η προγιαγιά τους, που ζει στα Απαλάχια Όρη.

Στην αρχή η Λου και ο Οζ τα βρίσκουν μπαστούνι καθώς δεν είναι εύκολο γι’ αυτούς να προσαρμοστούν στη δύσκολη ζωή της φάρμας, μέσα στα αφιλόξενα βουνά. Ωστόσο, και μετά από μερικούς καυγάδες στο σχολείο με τους ντόπιους μικρούς νταήδες, σιγά σιγά αρχίζουν να μπαίνουν στο πνεύμα του νέου τους τόπου. Έτσι, μαθαίνουν να κάνουν τις δουλειές της φάρμας, πηγαίνουν με όλο και μεγαλύτερη χαρά στο τοπικό σχολείο και αποκτούν και ένα εξαιρετικά σκανδαλιάρη φίλο, που τους μαθαίνει τα κατατόπια.

Το βιβλίο αυτό μας μιλάει για τις νέες αρχές, για τη ζωή που πολλές φορές είναι πολύ σκληρή για να την αντέξει κανείς, αλλά και για τη λύτρωση, που κάθε τόσο φτάνει από εκεί που δεν την περιμένει κανείς. Καταπιάνεται επίσης με καυτά θέματα, όπως την απληστία που στο τέλος καταστρέφει τα πάντα, την πραγματική καλοσύνη, αλλά και για τον έρωτα, που στο πέρασμα των χρόνων και με την αλλαγή των γενεών, παίρνει να φοράει διαφορετικά προσωπεία.

Η φιλαργυρία και η γενναιοδωρία, η αγάπη και το μίσος, η ζωή και ο θάνατος, η κατάρα και η λύτρωση, βαδίζουν χέρι-χέρι από την αρχή μέχρι και το τέλος του κειμένου. Ο Μπαλτάτσι ταυτιζόμενος κατά κάποιο τρόπο με τη μικρή του ηρωίδα, τη Λου, που θέλει να γίνει συγγραφέας, της δίνει το μεγαλύτερο ρόλο σ’ αυτή την ιστορία. Η Λου θ’ ανέβει και θα πέσει, θ’ αντιδράσει και θα ομονοήσει, θα τσακωθεί και θ’ αγαπήσει, θα πάθει και θα μάθει και θ’ αγωνιστεί με όλες της τις δυνάμεις γι’ αυτό που θεωρεί δίκαιο. Θα τα βάλει με αγγέλους και δαιμόνους, θα μισήσει και θα συγχωρήσει και μέσα από τ’ αχνάρια του πόνου θα φτάσει στη δική της δικαίωση.

Ο Μπαλτάτσι μ’ αυτό το μυθιστόρημα ανέβηκε ακόμη περισσότερο στην εκτίμησή μου. Μπορεί να είναι, όπως θα τον αποκαλούσαμε εμείς οι έλληνες, ένας αστυνομικός συγγραφέας, αλλά αποδεικνύει ότι όποτε το θελήσει μπορεί ν’ ασχοληθεί και με κάποια διαφορετικά είδη αφήγησης και να θριαμβεύσει.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Η μοναχική

Κάθεται πάντα μόνη

Σε μια γωνιά του μπαρ

Και παρατηρεί τους ανθρώπους.

Προσπαθεί να διαβάσει τα πρόσωπά τους,

Να δει τι κρύβεται πίσω από τις ασυνείδητες κινήσεις τους.

Πολλοί είναι αυτοί που κοιτάνε κι εκείνη,

Αλλά κανείς δεν μπορεί να τη δει για πολύ στα μάτια καθώς...

Τρομάζει,

Τρομάζει από τη θλίψη και τη συγκρατημένη οργή

Που κρύβουν μέσα τους.

Είναι μια μοναχική κι αυτό της αρέσει,

Αφού η ίδια το επέλεξε.

Τώρα πια τίποτα δεν τη γεμίζει

Όσο τα γραπτά της.

Αυτά έχει, μ’ αυτά πορεύεται.

Με τη σκέψη τους ξυπνά και κοιμάται.

Κι όταν λίγο βαριέται βγαίνει έξω,

Πηγαίνει σ’ ένα μπαράκι, κάθεται σε μια γωνιά,

Και παρατηρεί τους ανθρώπους.

Ενίοτε σιγοψιθυρίζει κάποιους στίχους

Και φτιάχνει μικρές ιστορίες μέσα στο κεφάλι της

Για τους γύρω της.

Είναι μοναχική από επιλογή,

Κι αυτή είναι η λύτρωση κι η καταδίκη της.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Η Μαίρη

Ως πότε; Ως πότε θα συνέχιζε να ζει κάθε φορά την ίδια μέρα; Ως πότε θα συνέχιζε να βιώνει ξανά και ξανά τις ίδιες απογοητεύσεις; Ως πότε θα συνέχιζε να είναι μοναχή, χωρίς έναν άντρα στη ζωή της; Και για πόσο; Για πόσο θα άντεχε εκείνο το μαλακισμένο να της μιλά συνέχεια για τις κατακτήσεις του, να της κλέβει τον ένα μετά τον άλλο τους εραστές μέσα από τα χέρια της;

Έφτασε πια στο αμήν η Μαίρη και για όλα φταίει η ίδια -όχι απόλυτα, αλλά φταίει- και το ξέρει καλά. Φταίει επειδή δεν ξέρει να φλερτάρει, επειδή όταν βρει μια δυσκολία κάνει πίσω, επειδή δεν ξέρει να μιλά όπως το μαλακισμένο, που λέγαμε πιο πάνω, την Καίτη, την αδελφή της, που αλλάζει τους άντρες σαν τα κραγιόν, αφού θέλει ποικιλία και την παίρνει.

Τη ζηλεύει πολύ, τη ζηλεύει και την απεχθάνεται. Είναι μια γυναίκα χωρίς καρδιά, δίχως τσίπα, κάποια που νοιάζεται μονάχα για τον εαυτό της. Να, αυτές τις μέρες τα ’χει με δύο – για να μη βαριέται, λέει. Το μόνο που ο δεύτερος, προτού της τον κλέψει, ήταν της Μαίρης. Το μόνο που ο δεύτερος δεν ήταν της Μαίρης. Ήθελε να ήταν δικός της, το ήθελε πολύ, αλλά ο άθλιος ο εαυτούλης της δεν την άφησε να του τα ρίξει, όχι όπως πρέπει, κι έτσι εκείνος δεν άργησε να πέσει στα δόντια της οχιάς, στα δίχτυα της αράχνης, στη σαγήνη του πορνιδίου.

Φτάνει πια, φωνάζει το μέσα της. Όχι άλλο πόνο, όχι άλλο δάκρυ, όχι άλλα βράδια μοναχικά σε ανέραστα σεντόνια.

Η συνέχεια στα Διηγήματα

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008

Το κορίτσι της βροχής

Της αρέσει η βροχή,

Τη λατρεύει όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο.

Όταν ο ουρανός σκοτεινιάζει

Κι αρχίζει να χύνει άπλετα τα δάκρυά του

Τότε νιώθει να ζει,

Να ζει αληθινά,

Νιώθει το κορμί και την ψυχή της να πλημμυρίζουν

Από μια γλύκα ανείπωτη.

Την εξαγνίζει, την ξανανιώνει η βροχή,

Την ξεπλένει από τις αρνήσεις και

Τις ενοχές της.

Κι η νυχτερινή βροχή είναι η καλύτερή της.

Τις ώρες τις σκοτεινές βγαίνει έξω στην αυλή

Και χορεύει γυμνή μαζί με τις σταγόνες,

Γίνεται ένα μαζί τους,

Και ταξιδεύουν παρέα προς τα έγκατα της γης,

Αφουγκράζονται τους παλμούς της,

Της χαρίζουν τους δικούς τους,

Τη δροσίζουν και την ευχαριστούν.

Και τότε...

Μόνο τότε, γυμνή μες στη βροχή κι ένα με τη γη, νιώθει ελεύθερη,

Ελεύθερη από τα δεσμά ετούτου του κόσμου,

Από τα πρέπει που την τυραννούν,

Που της κλέβουν τις φλογισμένες ανάσες,

Που της στερούν το δικαίωμα στη γύμνια,

Της ψυχής της τη γύμνια.

Είναι το κορίτσι της βροχής.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Το τέλος

Κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και τον κοιτά, λίγο τρυφερά λίγο λυπημένα, καθώς κοιμάται, τον άντρα της. Αυτόν, δηλαδή, που ήταν ο άντρας της για τα τελευταία τρία χρόνια. Ήτανε σίγουρη όταν τον πρωτογνώρισε η Αλεξία ότι αυτός, ο Πέτρος, θα ήταν ο άντρας της ζωής της, ότι μ’ αυτόν θα έφτιαχνε κάποτε μια μεγάλη οικογένεια, πως μαζί του θα γερνούσε. Ο χρόνος, ωστόσο, ήρθε να τις διαλύσει τ’ όνειρο, να τη βγάλει απ’ τις ψευδαισθήσεις. Πώς γελάστηκε έτσι; Πώς πιάστηκε τόσο κορόιδο; Πώς και δεν μπόρεσε να τον διαβάσει, να καταλάβει απ’ την αρχή ποιος πραγματικά είναι;
«Ήσουν ηλίθια, μικρή!» κακίζει τον εαυτό της και χαμογελά ειρωνικά για να ρίξει λίγο φως στη θλίψη της. Και τώρα; Τώρα όλα θα τελειώσουν. Όλα πρέπει να τελειώσουν. Πριν λίγο έκαναν έρωτα, πριν λίγο τα κορμιά τους ενώθηκαν βίαια για στερνή φορά. Το τέλος πια απέχει μια ανάσα.
Κι όμως κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπά ακόμη τον Πέτρο, αυτό τον άντρα που της πλήγωσε τόσο πολύ το σώμα, που της χαράκωσε τόσο βαθιά την ψυχή. Τον αγαπά, αλλά πρέπει να τον αποχωριστεί. Πρέπει να τον αποχωριστεί προτού να είναι αργά.
Δεν αντέχει άλλο πόνο, δεν αντέχει άλλο δάκρυ κι αγωνία, δεν αντέχει άλλη μοναξιά.
«Θα μου λείψεις, αγάπη μου!» του ψιθυρίζει απαλά κι απλώνει το αριστερό της χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. «Θα μου λείψεις...»

Η συνέχεια στα Διηγήματα