Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008

Εμμονές

Του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Δεν εγκαταλείπει ποτέ τις σκέψεις, αλλά ούτε και τα όνειρά του. Είναι ο βραχνάς του. Είναι αυτή! Αυτή που πάντα κυνηγούσε. Πρέπει να την καταβάλει, να την αποκτήσει, να την κερδίσει. Πρέπει να της δείξει ποιος είναι το αφεντικό, πόσα ο ίδιος αξίζει.

Το πάθος του και ο πόθος του γι’ αυτή μοιάζουν να τον τρελαίνουν – όχι μόνον αυτόν, αλλά και τους φίλους του αφού, ώρες ώρες, τον βλέπουν να προσεγγίζει επικίνδυνα τα όρια της παράκρουσης. Συμφώνησαν, πρόθυμα είν’ η αλήθεια, να πάνε μαζί του για διακοπές, για ν’ απολαύσουν τη μαγεία της φύσης, αλλά και για να ζήσουν κάποιου είδους περιπέτεια. Όμως, αν ήξεραν από την αρχή τι τους περίμενε, μάλλον θα έκαναν δεύτερες σκέψεις.

«Δε με νιώθετε. Δε με καταλαβαίνετε!» τους κατηγορεί αυτός, κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια λυπημένοι καθώς, δεν υπάρχει τίποτα για να καταλάβουν, όλα είναι ξεκάθαρα, ο φίλος τους άρχισε να χάνει τα λογικά του.

Πολλές φορές, αργά το βράδυ, κάθεται στις όχθες του ποταμού μονάχος και σιγοκλαίει. Μια αγωνία και μια δίψα, ένα πάθος κι ένας πόθος του καίνε τα σωθικά. «Τη θέλω!» λέει μέσα του και ραγίζει. «Τη θέλω,» ψιθυρίζει στον άνεμο, που συνεχίζει αδιάφορα τη γραμμένη στα κιτάπια του χρόνου πορεία του.


Η συνέχεια στα Διηγήματα
Δημοσίευση σχολίου