Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Η επιθυμία

Κάθεται δίπλα από το κρεβάτι και ακούει την ανάσα της καθώς κοιμάται. Αργή, σχεδόν, ξεψυχισμένη μοιάζει να βγαίνει από μέσα της. Είναι άρρωστη, άρρωστη βαριά, η καλή του. Όλο και πιο πολύ, όλο και πιο αργά πλησιάζει προς το θάνατο. Την κοιτά με ματιά κλαμένα, παρακολουθεί τη μορφή της να χάνει σιγά-σιγά κάθε ίχνος ζωής, και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να αντιδράσει, τι να σκεφτεί. Δεν το περίμενε αυτό. Δεν περίμενε να πεθάνει πριν από κείνον. Και τώρα δεν ξέρει τι του γίνεται.
Αχ ρε Γιάννα μου. Αχ... Γιατί μου το κάνεις αυτό; τη ρωτά σιωπηλά, και φυσικά δεν περιμένει καμία απάντηση. Σάμπως και θέλει η ίδια να πεθάνει; Αλλά, τι να κάνει; Πολέμησε. Πολέμησε σκληρά και πολύ με την αρρώστια, όμως έχασε το παιχνίδι. Κι από τότε πήρε να συμβιβάζεται με την ιδέα του θανάτου, να τη συνηθίζει. Σε αντίθεση μ’ εκείνον που μοιάζει να τα ’χει ολότελα χαμένα. Πώς να μην τα έχει άλλωστε; Τριάντα χρόνια και βάλε έζησαν μαζί οι δυο τους. Τριάντα χρόνια πόνου, χαράς, λύπης και ευτυχίας. Τριάντα χρόνια που σύντομα θα γίνονταν ανάμνηση...

Η συνέχεια στα Διηγήματα
Δημοσίευση σχολίου