Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

Silencio

Για μια εποχή περιφερόμουν σα φάντασμα,
Μέσα στις σκιές της νύχτας,
Από τόπο σε τόπο,
Απ’ το τίποτα στο τίποτα.
Δεν είχα κάπου να πάω, όχι στ’ αλήθεια,
Μονάχα περιφερόμουν αναζητώντας στο άγνωστο,
Μια υποψία πίστης που πεισματικά μου διέφευγε.
Ωστόσο, δεν κατάφερα να τη βρω πουθενά.
Κι ύστερα ήρθαν άλλες μέρες, κι άλλες νύχτες,
Νύχτες της μοναχικής συντροφιάς.
Κι εγώ χωρίς καλά-καλά να το καταλαβαίνω,
Συνέχιζα την αναζήτησή μου,
Αλλά κάπως αλλιώς,
Ανάμεσα σε ανθρώπους γνωστούς, μα άδειους,
Πίνοντας κρασιά ποτισμένα απ’ τα φίλτρα της λήθης.
Κι αυτά ενώ το είναι μου ακόμη αιμορραγούσε.
Αιμορραγούσε από οργή και θλίψη,
Από νοσταλγία κι απαντοχή,
Αιμορραγούσε από πλήξη.
Κι ύστερα έγιν’ η έκρηξη,
Η έκρηξη μέσα μου,
Η πιο λυτρωτική,
Η πιο οδυνηρή,
Και μεμιάς άνοιξαν τ’ αυτιά της ψυχής
Κι άκουσαν...
Άκουσαν πως μιλούσε τόνους η σιωπή,
Κι έλεγε όλες τις αλήθειες,
Μα οι άνθρωποι ήταν θεληματικά κουφοί,
Αυτοί άκουγαν μονάχα του κενού της την ηχώ.
Τότε...
Δημοσίευση σχολίου