Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ V

Σκοτάδι! Δίπλα μου, γύρω μου, μέσα μου, βαθύ σκοτάδι, φαινομενικά αδιαπέραστο. Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήμουνα προτού σε γνωρίσω, αλλά οι εικόνες ξεγλιστρούν απ’ το μέσα μου βλέμμα, μού βγάζουν τη γλώσσα σαρκαστικά κι εξαφανίζονται. Ούτε καν την όψη μου δεν μπορώ να δω. Και τώρα νιώθω γριά. Μια εικοσάχρονη γριά στο μεταίχμιο της εφηβείας και της άνοιας.
Κάθε νύχτα, κάθομαι μονάχη, παρέα με τα κεριά, τη μουσική, το κρασί και την απόγνωσή μου και γράφω σ’ ένα τετράδιο σκέψεις σκόρπιες, στίχους ασύμμετρους, προσπαθώντας από μέσα εκεί να ζωντανέψω τον αλλοτινό εαυτό μου. Γράφω και δακρύζω και μετά κρεμάω τα έργα μου -χα, τα έργα μου- με μανταλάκια στις φλέβες μου για να στραγγίξουν, για να στάξουν αίμα και να δώσουν ζωή.
Ως πότε θα κρατήσει αυτό το μαρτύριο, ε; Ως πότε! Ως πότε θα πορεύομαι ανάμεσα στης ζωής τα φαντάσματα και θα κυνηγάω σκιές. Ως πότε θα τρέφω ελπίδες και θα καταβροχθίζω όνειρα; Ως πότε θα είμαι... ανύπαρκτη;
Αν τα διάβαζες όλ’ αυτά τώρα, θα χαιρόσουν πολύ, το ξέρω. Αλλά, δε θα σου κάνω το χατίρι. Αυτό το γράμμα είναι για σένα και μόνο, αλλά για μένα αποκλειστικά. Δε θα σου δώσω ποτέ την ικανοποίηση τού να μάθεις πόσο πολύ έπεσα. Και όχι, δεν είναι θέμα εγωισμού, αλλά δικαιοσύνης. Δε γίνεται ν’ ανταμείβουμε εκείνον που μας σκοτώνει.

Απόσπασμα

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Της Φυγής

Να δραπετεύεις κάθε τόσο,
Απ’ τους άλλους και απ’ τον εαυτό σου,
Αυτό πρέπει αμετάκλητα να κάνεις.
Η μοναξιά, όταν είναι ηθελημένη,
Δε σε πνίγει
Σε κάνει με τον τρόπο της λεύτερο
Σού επιτρέπει να πλησιάσεις την ουσία σου.
Μην κλείνεσαι σε κλουβιά που
Σου επέβαλαν αντιλήψεις ξένες και παράταιρες
Και σε φοβίες που πηγάζουν
Απ’ το βαθύτερό σου είναι.
Απλά, κλέβε στιγμές, με κάθε ευκαιρία
Και ντύνε τις όπως εσύ θέλεις
Ζωγράφιζέ τις με τα χρώματα των πόθων σου.
Δεν είναι δύσκολο να το κάνεις αυτό,
Φτάνει να ’χεις πίστη σε σένα
Και επιμονή πολλή – διαλλακτική.
Φτάνει να θέλεις στ’ αλήθεια ν’ ανακαλύψεις
Το τι θα μπορούσες να κάνεις αν ήσουν αλλιώς,
Αν έκανες πάντοτε εκείνο που επιθυμούσες.
Δεν είναι εύκολος ο δρόμος,
Δύσβατο πολύ το μονοπάτι,
Αλλά είναι καλύτερα να παίρνεις μεγάλα ρίσκα
Και να φτάνεις στα δικά σου κάπου,
Παρά ν’ ακολουθείς τους εύκολους δρόμους
Και να καταλήγεις στων αλλωνών το πουθενά

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Άνεμος κι ο Ουρανός

Ένα ινδικό παραμύθι που μετέφρασα απ' τα αγγλικά πριν λίγα χρόνια:

Μια φορά κι ένα καιρό, τότε που ο κόσμος ήταν νέος, ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Άνεμος θα πήγαιναν να δειπνήσουν με το θείο και τη θεία τους, τη Βροντή και την Αστραπή. Η μητέρα τους, ο Ουρανός, τους ευλόγησε και τους ευχήθηκε καλή διασκέδαση, κι απέμεινε να περιμένει την επιστροφή τους.

Ο Ήλιος και ο Άνεμος ήταν πολύ άπληστα αγόρια, αλλά και εγωιστές. Έφαγαν όλο το εξαιρετικό φαγητό που τους προσέφεραν ο θείος κι η θεία τους, χωρίς να σκεφτούν καθόλου τη φτωχή πεινασμένη μητέρα τους που καθόταν στο σπίτι και προσευχόταν ώστε αυτοί να είναι χαρούμενοι και να περνούν καλά στο πάρτι. Μονάχα η ευγενική μικρούλα Σελήνη δεν την ξέχασε. Από κάθε πιάτο που έβαζαν μπροστά της κρατούσε και κάτι για να πάρει στη μητέρα της.

“Λοιπόν, παιδιά, τι μου φέρατε;” ρώτησε η μητέρα του Ήλιου, της Σελήνης και του Ανέμου, όταν επέστρεψαν στο σπίτι το βράδυ.

“Τι εννοείς, γυναίκα;” ρώτησε ο Ήλιος, που ήταν το μεγαλύτερό της παιδί, θρασύτατα. “Τι περίμενες από μένα να σου φέρω; Πήγα στο δείπνο για να φάω και να περάσω καλά, και όχι σε αποστολή για να σου φέρω φαγητό. Εξάλλου, δε θα μπορούσες να εκτιμήσεις τις λιχουδιές που μας έδωσαν, εσύ με τους άξεστους τρόπους σου.”

“Ακριβώς,” πήρε το λόγο ο Άνεμος, “δεν ξέρεις πως να τρως, αλλά, κιόλας, πως να φάεις, αφού δεν έχεις καθόλου δόντια στο στόμα σου! Εξάλλου, πως θα μπορούσες να περιμένεις από εμάς να καταστρέψουμε τα μοδάτα μας ρούχα, παραγεμίζοντας τις τσέπες μας με φαγητό για σένα; Εκτός από αυτό, θα ήταν αναίδεια να γεμίσουμε τα μαντιλάκια μας με φαγητό. Αυτό δε γίνεται στους καλύτερους κύκλους. Αλλά, δε θα περίμενε κανείς από μια χωριάτα να γνωρίζει την αξία των κοσμημάτων! Τι θα ήξερες εσύ από τρόπους, καλούς ή κακούς;”

“Μην είστε τόσο αγενείς, κτήνη,” μπήκε στη μέση η υπάκουη Σελήνη, “μου φαίνεται ότι εσείς δεν έχετε τρόπους, αφού μιλάτε στη μάνα σας μ’ αυτό το ύφος!” Μετά, παρηγορώντας την ηλικιωμένη γυναίκα της είπε: “Έλα μητέρα, δοκίμασε τα φαγητά που σου έφερα. Φύλαξα λίγο από το κάθε τι που μας έδωσαν.”

“Μακάρι να μακροημερεύσεις φεγγαροπαίδι μου,” ευχήθηκε η γριά. Και στράφηκε αγανακτισμένη προς τους γιους της: “Οι κατάρες του Ουρανού θα πέσουν στα δυο σας κεφάλια. Εσύ, μεγαλύτερε γιε μου, που πήγες για να δειπνήσεις και δε σκέφτηκες καθόλου τη γριά μητέρα σου, αν και βασανίζεται για σένα όλη μέρα, θα ψήνεσαι για πάντα μέσα στην αιώνια φωτιά. Οι αχτίδες σου θα είναι αφόρητα ζεστές και θα καίνε όποιον τις αγγίζει, και οι άνθρωποι θα σε μισούν όταν θα εμφανίζεσαι μέσα σε όλη σου τη μεγαλοπρέπεια! Κι εσύ, μικρό μου κάθαρμα Άνεμε, εσύ που είσαι τόσο άπληστος και εγωιστής, πάντα θα φυσάς όταν ο καιρός είναι ξηρός και θα ξηραίνεις ή θα μαραίνεις ό,τι αγγίζεις, κι οι άνθρωποι θα σε απεχθάνονται όταν είσαι κοντά τους!… Κι όσο για σένα, γλυκιά μου κόρη, εσύ που σκέφτηκες τη μητέρα σου θα ανθίζεις, θα προκόβεις για πάντα. Θα είσαι δροσερή, γαλήνια, απαλή και όμορφη, κι οι άνθρωποι θα γεμίζουν με αγάπη κάθε φορά που θα σε κοιτάνε. Και θα σου τραγουδούν, και θα σε αποκαλούν ευλογημένη”.

Γι’ αυτό το λόγο ο Ήλιος γίνεται μισητός όταν καίει πολύ, κι ο Άνεμος απεχθής όταν φυσάει δυνατά, ενώ η Σελήνη είναι αγαπητή από όλους

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

Thomas Harris – The Silence of the Lambs

Για μια ακόμη φορά μπορώ να πω ότι η ταινία δεν αδίκησε τη «Σιωπή των Αμνών» του Τόμας Χάρρις, αλλά αντίθετα ανέδειξε τα δυνατά στοιχεία της στοιχεία.
Η υπόθεση λίγο-πολύ γνωστή απ’ την ταινία: Ένας κατά συρροή δολοφόνος σκορπά τον πανικό απάγοντας και δολοφονώντας γυναίκες και οι διωκτικές αρχές, που δέχονται ασφυκτική πίεση από τον τύπο και τους πολιτικούς, μοιάζουν να βρίσκονται σ’ αδιέξοδο. Κανείς απ’ τους ειδικούς δε φαίνεται ικανός να μπει στο μυαλό του δολοφόνου και να προβλέψει την επόμενη κίνησή του, έτσι όλα μοιάζουν χαμένα. Ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει στη σύλληψή του είναι ο Δρ. Χάνιμπαλ Λέκτερ, που κρατείται κάτω από υψηλά μέτρα ασφαλείας σε μια ψυχιατρική κλινική. Πώς να τον πείσουν, όμως, να τους μιλήσει; Ο Τζακ Κρώφορντ, που γνωρίσαμε από το προηγούμενο βιβλίο του Χάρρις, τον «Κόκκινο Δράκο», επιστρατεύει μια τελειόφοιτο της ακαδημίας του Εφ Μπι Άι, ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό.
Η Κλαρίς Στάρλινγκ, που υποδύθηκε με επιτυχία στην ταινία η Τζόντι Φόστερ, είναι μια λαμπρή φοιτήτρια, που θέλει όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο να επιτύχει και να μπει στο Σώμα, έτσι με που την καλεί ο Κρώφορντ, πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά, αλλά και σ’ ένα ταξίδι που θα την οδηγήσει στις σκοτεινές πλευρές της ψυχής και την αυτογνωσία. Ο Λέκτερ, που τη βασανίζει και τη συμπαθεί, της δείχνει με τον τρόπο του το δρόμο προς τη λύση του μυστηρίου.
Τα πράγματα, ωστόσο, περιπλέκονται, όταν ο δολοφόνος απαγάγει την κόρη μιας πανίσχυρης πολιτικού, με αποτέλεσμα ο Κρώφορντ να εξοστρακιστεί από την πρώτη γραμμή της έρευνας. Τώρα η Στάρλινγκ πρέπει είτε να υπακούσει τις εντολές των ανωτέρων της και να επιστρέψει στην ακαδημία ή να ακολουθήσει το ένστικτό της και, με τη βοήθεια και ανοχή του «προστάτη» της, να συνεχίσει να διερευνά την υπόθεση, βάζοντας προς το παρόν στον πάγο τα όνειρά της για καριέρα. Το δίλημμά της μεγάλο, αλλά κι η επιλογή που προβάλλει μπροστά της ξεκάθαρη.
Η «Σιωπή των Αμνών» είναι ένα καλογραμμένο, αλλά κάπως φλύαρο θρίλερ, που ίσως στα ίσως ενός άλλου συγγραφέα είχε καλύτερη τύχη. Ο Χάρρις, έχοντας την ευλογία να χειρίζεται ένα αβανταδόρικο χαρακτήρα, όπως του Λέκτερ, θα μπορούσε να γράψει ένα από εκείνα τα βιβλία που αφήνουν εποχή, τόσο με τη θεματολογία τους όσο και με τα πάθη των ηρώων τους. Αντί αυτού, όμως, τον προσεγγίζει μάλλον επιφανειακά, αποτυγχάνοντας να διεισδύσει εις βάθος στης ψυχής του τα σκοτάδια.
Απ’ τη δική τους πλευρά οι συντελεστές της ταινίας απομόνωσαν μ’ επιτυχία τα σημεία εκείνα που έκαναν το βιβλίο να ξεχωρίζει και τα ανέδειξαν με τρόπο κινηματογραφικά μοναδικό.
Την αίσθηση του ανεκπλήρωτου μού άφησε η ανάγνωση αυτού του έργου.

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Της αϋπνίας το ανάγνωσμα

Επέστρεψαν δριμύτερες οι αϋπνίες, κι επειδή πολύ με χαλάνε -μια και δε μου επιτρέπουν να γράψω- αποφάσισα να επισπεύσω το μέλλον μου. Έτσι, από αύριο κιόλας, βάζω μπρος με τα σχέδια για τη μετακόμισή μου στο χωριό. Θα ήθελα να κλείσω το σημείωμα εδώ, αλλά είναι κρίμα να μη σας «τυραννήσω» με λίγες έστω εξυπνάδες μου, γι’ αυτό σας χαρίζω κάποια αποκόμματα από Το Λάθος Πάθος, για το οποίο μιλήσαμε τις προάλλες.

«Πήγα παντού κι είδα πολλά. Γνώρισα πολλούς ανθρώπους κι απάνθρωπους, τη χαρά και τη λύπη, την αλήθεια και το ψέμα. Κυνήγησα το άπιαστο. Έριξα τα βέλη μου στ’ όνειρο, και μετά το καβάλησα και πετάξαμε μαζί πάνω απ’ το ουράνιο τόξο. Έζησα την κάθε στιγμή όπως δεν την έζησε άλλος κανείς. Κάποια μέρα ξάπλωσα εξαντλημένος για να κοιμηθώ μα, ήταν η στερνή και, δεν ξανασηκώθηκα. Τουλάχιστον όμως, εγώ είχα ζήσει...»

«Η ζωή που φτιάχνουμε με τα χρώματα της καρδιάς της γης (είναι το όνειρο)»

«Ζήσαμε κάτι. Κι αυτό το κάτι αξίζει περισσότερο απ’ το τίποτα που ζουν οι πιο πολλοί, οι λογικοί.»

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

Η ασυλία της Κίνας

Στον ένα χρόνο που λειτουργεί αυτό το μπλογκ δεν καταπιάστηκα ποτέ με την πολιτική, αφού υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, πιο εύγλωττοι και περισσότερο κατατοπισμένοι από μένα, για να το κάνουν. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, ένιωθα μια μικρή οργή να φουντώνει μέσα μου για την ιδιότυπη ασυλία, της οποίας χαίρει η Κίνα, και που έγινε πιο αισθητή στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Ήθελα να γράψω κάτι γι' αυτήν, αλλά ευτυχώς με πρόλαβε ένας άνθρωπος του τύπου, του οποίου τις απόψεις και την πένα εκτιμώ. Διαβάζω, λοιπόν:

Τώρα που οι Ολυμπιακοί τελείωσαν, ο καθένας θα πει τα δικά του. Ωραίοι, ψεύτικοι, άψογοι, άσχημοι. Η αλήθεια είναι ότι ήταν λιγάκι ψεύτικοι. Τα βεγγαλικά της τελετής έναρξης τα είδαμε μόνο εμείς στην ΤV. Το κοριτσάκι που τραγούδησε την «Ωδή στην πατρίδα» ήταν «ψεύτικο». Οι πενήντα πέντε εθνικές μειονότητες της Κίνας, που παρέλασαν στο γήπεδο, ήταν ψεύτικες. (Μετέπειτα μαθεύτηκε ότι ήταν ηθοποιοί της Galaxy Children Αrt Τroupe, μιας καλλιτεχνικής ομάδας που αποτελείται αποκλειστικά από την επικρατούσα εθνικότητα Χαν). Κάποιες φορές οι θεατές ήταν ψεύτικοι. Αυτούς που είδαμε στην ποδηλατοδρομία, π.χ., ήταν κομπάρσοι που μεταφέρθηκαν εκεί με στρατιωτικά φορτηγά. Πράγματα που συμβαίνουν, παρ΄ όλα αυτά, γιατί κανείς δεν είναι τέλειος. Αυτούς τους Ολυμπιακούς Αγώνες θα τους θυμόμαστε, ειδικά στην Ελλάδα, για την ντόπα. Τώρα, πλέον, ξέρουμε τι σημαίνουν. Η χώρα που τους φιλοξενεί δείχνει σε όλο τον κόσμο πόσο «δεν μασάω» είναι. Οι σπόνσορες λύνουν και δένουν. Οι αθλητές είναι διατεθειμένοι για κάθε είδους ηθικούφαρμακευτικού συμβιβασμού, αρκεί οι θυσίες τους να ανταμειφθούν και να αποκτήσουν δόξα και χρήμα. Αυτά, πάντως, είναι πράγματα που συνέβαιναν και παλαιότερα. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε τέλεια. Αυτοί οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν ξεχωριστοί γιατί πέτυχαν τον ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό.

Η συνέχεια στα Νέα

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ IV

Μονόχνοτος είσαι, καλέ μου, μονόχνοτος. Μονόχνοτη κι εγώ. Τουλάχιστον όμως εγώ έχω ένα άλλοθι. Είμαι μικρή. Έχω τα μισά σου χρόνια. Εσένα, όμως, η δικαιολογία σου ποια είναι; Στ’ αλήθεια θέλω να την ακούσω. Όχι για να δικαιώσω εσένα, αλλά εμένα. Εμένα και την τότε επιμονή μου να σε υπερασπίζομαι πάντα. Μια επιμονή που με οδήγησε μακριά απ’ όλους μου τους φίλους, που μου στοίχισε χρόνια άγνοιας, που μου έκλεισε τα μάτια στον κόσμο όπως είναι.
Μου έλεγες συχνά -θυμάσαι;- ότι πάνω απ’ όλα ήθελες να με βοηθήσεις, με κάθε τρόπο, να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Αλλά, όπως αντιλήφθηκα πικρά αργά, μονάχα τα δικά σου σκεφτόσουνα. Το μόνο που τοποθετούσες και μένα μέσα σ’ αυτά και έτσι τα έκανες ακόμη ομορφότερα, τα έκανες γιγάντια, σαν κάθε αυταπάτη. Και ξέρεις κάτι; Τώρα, καθώς τα σκέφτομαι όλ’ αυτά, όλο και πιο συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου ν’ αναλογίζεται ότι δεν είχες ποτέ στ’ αλήθεια όνειρα, μονάχα σχέδια είχες, που κι αυτά δε θα φρόντιζες να πραγματοποιήσεις. Ολόκληρος ένα ψέμα ήσουνα και για μια ολόκληρη μικρή ζωή μ’ έκανες κλώνο σου.
Λόγια. Λόγια. Λόγια... Με φόρτωνες με λόγια. Μιλούσες περισσότερο απ’ ό,τι σιωπούσες. Άκουγες λιγότερο απ’ ό,τι μιλούσα. Πού και πού αναρωτιόμουνα, γιατί. Γιατί μιλούσες τόσο; Επειδή είχες να πεις πολλά; Ή, ίσως επειδή σου άρεσε ν’ ακούς τον ήχο της φωνής σου; Αλλά, ύστερα, σα μεγάλωσα λίγο, σαν τα μάτια άρχισαν σιγά-σιγά ν’ ανοίγουν στην αλήθεια, κατάλαβα ότι μιλούσες πολύ απλά επειδή δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς, αφού οι λέξεις -και μονάχα αυτές- επιβεβαίωναν την ύπαρξή σου. Μέσα στη σιωπή δε θα μπορούσες ποτέ να ζήσεις, μια κι εκεί ίσως ν’ αναγκαζόσουν ν’ αφουγκραστείς και κάποιες άλλες φωνές.

Απόσπασμα

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Το Λάθος Πάθος

Επιστροφή στο χθες μου.
Απόσπασμα από μια νουβέλα που έγραψα δέκα χρόνια πριν με τίτλο
Το Λάθος Πάθος:
Ίσως ποτέ να μην κατάλαβες, το πόσο πόνεσα για σένα, όταν το σώμα σου ήταν ακόμη εδώ. Τώρα, έχω απομείνει μοναχός με την ψυχή σου, και οι αναμνήσεις μου, σαν το νερό τρέχουν και χάνονται, και το μόνο που μένει είναι ο απόηχός τους. Ως πότε πια θα καρτερώ να ξαναρθείς και πάλι;

Ο αττικός ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει μουδιασμένος, χλωμός, ρίχνοντας στη γη ένα ξεβαμμένο κίτρινο, της πίκρας χρώμα. Ψάχνει κι αυτός το πεπρωμένο του. σαν και μένα, που τώρα δα, κάθομαι χάμω και τον κοιτώ κατάματα, κι αναπολώ το αύριο, που δεν ήρθε ποτέ.

Τώρα, καθώς σού μιλώ ψυχή προς ψυχή, σκέφτομαι πως η ζωή σου μού χάρισε τη μεγαλύτερη χαρά, ο θάνατός σου την πιο αβάστακτη θλίψη. Ίσως για σένα ο θάνατος να ήταν η λύση που απεγνωσμένα ζητούσες, αλλά για μένα η φυγή σου είναι μια ελευθερία, που ποτέ δε θέλησα να κατακτήσω.

Ήσουνα ο μοναδικός στόχος που ήθελα στ’ αλήθεια να πετύχω, η μοναδική κορυφή που ήθελα μ’ όλη μου την ψυχή να φτάσω. Ανέβηκα ένα εκατομμύριο σκαλιά κι άπλωσα το χέρι για ν’ αγγίξω τον ουρανό, κι αυτός πήγε πιο πέρα. Εκείνος ο ουρανός ήσουνα εσύ, και τώρα έγινες ένα με το άπειρο. το άπειρο, στο οποίο δεν υπάρχει χώρος για σώματα, παρά μονάχα για ψυχές. Είναι οι χαρές μας φτερωτές.

Ποτέ δεν έχυσα δάκρυ για κάποιον που πέθανε, κι όμως έκλαιγα όλο το βράδυ για σένα. Αλλά, ο θάνατος είναι απλά το τέλος κάποιου ταξιδιού, κι όλα τα ταξίδια κάποτε τελειώνουν.

Η ψυχή μου, που πάντα έμοιαζε απάνεμο λιμάνι, τώρα φαντάζει σα μια φουρτουνιασμένη θάλασσα και, να που προσπαθεί, να με ρίξει ναυαγό στην ακροθαλασσιά της θύμισής σου.

Η σκέψη μου γυρίζει συνέχεια στο χθες, στα πολλά ανείπωτα, στα λίγα ειπωμένα… Όλοι το ’ξεραν πως σ’ αγαπούσα. Όλοι το ’ξεραν πόσο σ’ αγαπούσα. Κι εσύ μαζί! Προτού σε γνωρίσω, ήμουνα σα μια χελώνα κλεισμένη στο καβούκι της. Ποτέ δεν έλεγα εκείνο που ένιωθα στους άλλους, και ειδικά στις γυναίκες που έλαχαν στο δρόμο μου. Αλλά, εσύ ήρθες για να με αλλάξεις. Να με αλλάξεις και να φύγεις, το ίδιο ξαφνικά.

Εσύ, με τα θλιμμένα σου μάτια, με τα ραγισμένα λόγια, με έκανες να σου εξομολογηθώ τον κρυφό έρωτά μου. Εσύ, προσπάθησες να με αποτρέψεις από αυτόν. Ένιωθα, πως κι εσύ μ’ αγαπούσες Ελένη, αλλά πάντα βρισκόταν κάτι ή κάποιος, που σε τραβούσε μακριά από μένα. Τι έφταιγε; Ποιος έφταιγε; Ίσως εγώ… που δεν είναι να χαρώ στον κόσμο τίποτα πια.

Ακούω τους ανθρώπους να μιλάνε για αγάπη, κι ασυναίσθητα, γελάω! Τι ξέρουν αυτοί για την αγάπη; που κάνουν προγραμματισμό για τα πάντα, που δίνουν φιλιά βιαστικά κάθε πρωί προτού πάνε στη δουλειά, που θέλουν να κάνουν μια τρέλα και σκέφτονται: “ναι μεν, αλλά…”, που κάνουν έρωτα Παρασκευή και Σάββατο βράδυ πριν το δελτίο ειδήσεων, που μετράνε τη ζωή με πιστωτικές κάρτες, καταθέσεις και μετοχές. Τι ξέρουν αυτοί για την αγάπη; Οι πιο πολλοί αν δεν είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξή της, θα αγνοούσαν κι αυτή ακόμα τη λέξη.

Αγάπη είναι να πονάς όταν πονά ο αγαπημένος σου, να δακρύζεις όταν δακρύζει, να χαίρεσαι όταν χαίρεται, να του μιλάς και να τον ακούς, να ξοδεύεις την κάθε σου ανάσα για πάρτη του.

Το φως της ημέρας είναι δόλιος σύντροφος για τις όποιες αναμνήσεις. Δεν σου επιτρέπει καν τη γλυκιά ανακούφιση, του να απελπιστείς και να δακρύσεις. Η νύχτα είναι η μεγάλη αδελφή των ψυχών, τα σύννεφα οι στεναχώριες τους, κι ο ξάστερος ουρανός, τα όνειρα που αφήνουν οι νεκροί σ’ αυτούς που μένουν πίσω, που δεν ξέρουν να ζήσουν.

Θα φύγω. Θα φύγω και θα σ’ αφήσω Ελένη, να αναπαυτείς, όπως λένε κι αυτοί οι ηλίθιοι παντογνώστες, που βάζουν την ψυχή στην ίδια μοίρα με το σώμα. Θα ’ρθουν άλλοι τώρα, ν’ ανάψουνε για σένα το καντήλι της λησμόνιας, να στολίσουνε το χώμα που σε σκεπάζει με χίλια νεκρολούλουδα και να το ποτίσουν με τα δάκρυα της άγνοιάς τους, αφού νομίζουν πως κλαίνε για σένα που έφυγες, κι όχι για τους εγωιστές εαυτούς τους που σ’ έχασαν. Και σίγουρα όλοι θα πουν πόσο καλή ήσουν, και τι κρίμα που έφυγες τόσο νέα. Κάθε μέρα τα ίδια - χθες, σήμερα, αύριο -, μέχρι που το σώμα θα γίνει χώμα, σκόνη, και σα σκόνη θα σκορπίσει στον άνεμο της μνήμης, και τότε θα σε ξεχάσουν όλοι, μία και μοναδική, και αιώνια αγαπημένη μου.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ ΙΙΙ

Σε ήξερα από πάντα, μα σε γνώρισα πολύ νωρίς, σε έμαθα πολύ αργά – έτσι νιώθω τώρα, κι ας μη βγαίνει νόημα από τα λόγια μου. Τουλάχιστον όχι ακόμη.
Θα σου εξηγήσω τι θέλω να πω. Απ’ την πρώτη στιγμή που μιλήσαμε, απ’ το πρώτο λεπτό που οι πορείες μας συνέκλιναν, ένιωσα ότι σε ήξερα από πάντα. ότι στο πέρας της σύντομης ζωής μου από ανέκαθεν εσένα περίμενα να ’ρθεις. Ήταν το ότι έδειχνες να με καταλαβαίνεις τόσο. Ήταν η φαινομενική σοφία που έμοιαζες να έχεις κατακτήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κυνηγώντας τις χίμαιρές σου. Ήταν το ότι εσύ ήξερες να κάνεις έρωτα, ενώ οι πρώην «φίλοι» μου απλά προσπαθούσαν να μάθουν. Ήταν το ότι με έκανες να νιώθω μαζί σου ασφαλής.
Μα, σε γνώρισα πολύ νωρίς, αφού εγώ έζησα τόσο λίγα κι εσύ τόσο πολλά. Ήμουνα φτωχή σε εμπειρίες, άμαθη με τους ανθρώπους, μια νεανική τυραννισμένη ψυχή, που προτού καν προλάβει να ζήσει έψαχνε σανίδα σωτηρίας. Και γραπώθηκε από πάνω σου. Γραπώθηκε από πάνω σου επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θυσιάζοντας στο βωμό ενός έρωτα και στην προσδοκία ενός πόθου, μια εφηβεία παράταιρη.
Και σε έμαθα αργά. Τόσο αργά που πόνεσα, που μάτωσα. Έμαθα ότι δεν ήσουνα ποτέ αυτός που νόμιζα, αυτός που έλεγες, αυτός που μες στην οργισμένη αθωότητά μου πάντα ονειρευόμουν. Ήσουν κάποιος άλλος. Ένας άνθρωπος υπόγεια οργισμένος, ζηλιάρης, κτητικός, ένας απόκληρος του έρωτα, που αφού δεν μπορούσε να γράψει τα δικά του παραμύθια, απλά τα έκανε πραγματικότητα και έπαιρνε να ζει μέσα σ’ αυτά.

υ.γ. Απόσπασμα. Σήμερα, όπως ανακάλυψα τυχαία, ετούτος ο χώρος γιορτάζει τα πρώτα του γενέθλια. Για να δούμε αν θα φτάσει τα δεύτερα:)

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ ΙΙ

Πλάνα αφηρημένα. Εσύ, να κάθεσαι στο γραφείο σου και να προσπαθείς να γράψεις κάτι σ’ ένα τετράδιο. Εσύ, μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή. Εσύ, να συνομιλείς με κάποιον στο τηλέφωνο και να του πουλάς πνεύμα. Εσύ, να προσπαθείς μάταια να μαγειρέψεις και το γέλιο μου από πίσω εκκωφαντικό. Εσύ.
Εγώ, να διαβάζω ένα παλιό βιβλίο, τώρα αγαπημένο. Εγώ, να σου φτιάχνω ομελέτα ή καφέ. Εγώ, να κάθομαι στοχαστική και να παρατηρώ ένα μονόχνοτο ηλιοβασίλεμα της πόλης. Εγώ, να κοιμάμαι σα μωρό παιδί στα σεντόνια σου και σχεδόν να χαμογελώ. Εγώ, να κυνηγώ σκιές στη μικρή πίσω αυλή του σπιτιού σου. Εγώ.
Εμείς. Λίγα μονάχα πλάνα μοιραστήκαμε εμείς. Ένα φιλί. Μια σύντομη βόλτα στην ακροθαλασσιά κι ένα περίπατο σε κάποιο μονοπάτι στο βουνό. Κάποια γενέθλια που δε γιορτάσαμε ποτέ.
Η τρέλα μου. Να ξαπλώνω στο κρεβάτι και να κινηματογραφώ σκηνές απ’ τη μικρή οθόνη ανάμεσα από τα δάχτυλα των ποδιών μου. Να σε συλλαμβάνω έπ’ αυτοφώρω να σκαλίζεις τη μύτη σου. Να κυνηγώ ένα σκυλί με την κάμερα καταγράφοντας τις αντιδράσεις του. Να παίρνω συνεντεύξεις από αγνώστους, έτσι για την πλάκα μου. Να...
Η πόζα σου. Να γυρίζεις τα πλάνα, λες και είσαι ο δόλιος ο Ζανγκ Γιμού. Να προσπαθείς να βρεις τις τέλειες γωνίες λήψεις, λες και φτιάχναμε κάποιο αριστούργημα. Οι δημόσιες βουτιές σου σε πεζοδρόμια και χωράφια για καλλιτεχνικούς λόγους, στην παρουσία πάντοτε θεατών. Η επιμονή σου να προσπαθείς να μου διδάξεις κάποια πράγματα για ένα θέμα που φανερά δεν κατείχες. Η παραίτηση...

Απόσπασμα

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

Σαν Μπλουζ

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι το ήξερα. Το ήξερα ότι τον πρώτο έρωτα της ζωής μου θα τον γνώριζα μπροστά ή πίσω από μια οθόνη υπολογιστή, μέσα από λόγια γραμμένα από πρόσωπα απροσδιόριστα. Τη φωνή του, ήμουνα σίγουρη, θ’ άκουγα για πρώτη φορά σε μια συσκευή τηλεφώνου. Την εικόνα του... Η εικόνα του μου διέφευγε. Δεν μπορούσα να σε ζωγραφίσω με τα μάτια της εφηβικής μου φαντασίας. Προσπαθούσα μα δε μπορούσα. Κι όταν σε γνώρισα, όταν σε είδα από κοντά και σε άγγιξα με δειλία και δέος, κάποιος άλλος είναι, σκεφτόμουνα. Ναι, ήσουνα κάποιος άλλος. Δεν ήσουνα τα λόγια σου, αλλά οι σιωπές σου. Αυτό το κατάλαβα αμέσως, αλλά το άφησα να ξεχαστεί, αφού βιαζόμουνα να ζήσω.
Σκέφτομαι ακόμη συχνά τον εαυτό μου του τότε κι απορώ. Απορώ για την απύθμενή μου άγνοια, απορώ για τις εμμονές μου, απορώ για την αθωότητα με την οποία αντίκριζα τον κόσμο. Κι απορώ για την ηλίθια πεποίθησή μου ότι όλα τα ήξερα, ότι τα καταλάβαινα όλα. Ένα παιδί ήμουνα. Ένα παιδί που μεγάλωνε κι αναζητούσε απ’ τους άλλους μάταια σημασία, τη δικαίωση της ύπαρξής του. Ένα παιδί μονάχο που έκανε τραμπάλα ανάμεσα σε όνειρα τρελά και σκέψεις σκοτεινές.
Με έσωσες τότε. Με έσωσες απ’ τον εαυτό μου, τον οποίο έκλεψες, βάζοντας απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή μπρος με το πείραμα, με το μεγάλο σου κόλπο: τη μεταμόρφωσή μου σ’ ένα θηλυκό σου κλώνο.

υ.γ. Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο μιας νουβέλας που μόλις άρχισα να γράφω. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορώ πια να ανεβάζω ολόκληρα τα κεφάλαια εδώ...

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Thomas Harris – Red Dragon

Ο «Κόκκινος Δράκος» του Τόμας Χάρρις έγινε γνωστός μετά την επιτυχία που σημείωσε «Η σιωπή των αμνών». Λόγω του ότι σαν ταινία κυκλοφόρησε πρώτα το τελευταίο, πολλοί θεώρησαν ότι σ’ αυτό το βιβλίο ήταν που έκανε την πρώτη του εμφάνιση ο περιβόητος Χάνιμπαλ Λέκτερ, κάτι που ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο γνωστός ιδιοφυής κανίβαλος της λογοτεχνίας και της μεγάλης οθόνης έκανε το ντεμπούτο του στον ανά χείρας τόμο.
Το βιβλίο αυτό καταπιάνεται με τα έργα και τις ημέρες ενός κατά συρροή δολοφόνου, που στη διάρκεια δύο μηνών ξεκληρίζει δύο ολόκληρες οικογένειες. Οι διωκτικές αρχές είναι σίγουρες ότι θα κτυπήσει ξανά πριν την επόμενη πανσέληνο και, βρισκόμενες σε αδιέξοδο, ζητούν τη βοήθεια ενός ντετέκτιβ που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση.
Ο Γουίλ Γκράχαμ ήταν εκείνος που συνέλαβε τον Λέκτερ και τώρα καλείται να τα βάλει με το «θαυμαστή» του, τον οποίο οι μπάτσοι βαφτίζουν «Νεράιδα των δοντιών» -λόγω του ότι άφησε το αποτύπωμα των δοντιών του σ’ ένα θύμα- αν και ο ίδιος, όπως θα τους αποκαλύψει με μακάβριο τρόπο, προτιμά να τον αποκαλούν Κόκκινο Δράκο.
Καθώς ο χρόνος κυλά αμείλικτα και το φονικό σε αναμονή όλο και πλησιάζει, ο Γκράχαμ προσπαθεί να εισβάλει στην ψυχή του εγκληματία, να τον κατανοήσει, να μαντέψει τα κίνητρά του και να βρει τις αδυναμίες του, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού ώρες-ώρες νιώθει σαν κυνηγός φαντασμάτων.
Ο ντετέκτιβ και ο εγκληματίας μοιάζουν σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και σε κάποια ανύποπτη στιγμή ο τελευταίος το αντιλαμβάνεται αυτό, καθώς νιώθει σίγουρος ότι ο διώκτης του σκέφτεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται αυτός. Μοιάζει επίσης να ξέρει ότι ο Γκράχαμ γνωρίζει πως η κινητήριος δύναμη πίσω από τις πράξεις του είναι ο φόβος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που ο ντετέκτιβ κάποια στιγμή λέει: «Ο φόβος έρχεται με τη φαντασία. Είναι η τιμωρία, είναι το τίμημα της φαντασίας.»
Ο «Κόκκινος Δράκος» δεν είναι τόσο ένα μυθιστόρημα καταδίωξης όσο ένα ψυχολογικό θρίλερ, καθώς στη διάρκεια της ανάγνωσης καταδυόμαστε στα βάθη των ψυχών των ηρώων, μαθαίνουμε τα πιο κρυφά κι οδυνηρά τους μυστικά, και καταλαβαίνουμε ότι σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις μόνο οι «εκλεκτικές συγγένειες» μπορούν να προλάβουν την καταστροφή.
Η μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη κρίνεται επιτυχημένη, αφού το κείμενο δεν αφήνει περιθώρια για σκηνοθετικές ακροβασίες. Με τα σημερινά δεδομένα ίσως να μοιάζει κάπως ξεπερασμένο, αλλά η συγγραφική μαστοριά του Χάρρις το κάνει να κρατά κάποια απ’ τη γοητεία του στο πέρασμα του χρόνου.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής ΙΙΙ

Η ιστορία μας ήταν διαφορετική...
Μα, τι λέω τώρα;
Διαφορετικές δεν είναι όλες οι ιστορίες;
Αλλά να,
Η ιστορία μας ήταν η δική μας...
Η ιστορία μιας μεγάλης ψευδαίσθησης
Και πολλών μικρών διαψεύσεων.
Η ιστορία ενός μεγάλου πάθους
Και των παρενεργειών του.
Ω, δεν ξέρω τι λέω...
«Και πότε ήξερες;» θ’ αναρωτιέσαι εσύ.
Η αλήθεια είναι πώς πάντα,
Πάντα ήξερα τι έλεγα,
Τι ήθελα δεν ήξερα.
Μέχρι που σε γνώρισα και τότε έμαθα,
Έμαθα σκληρά αλλά και με κόπο πολλή τι
Στα σίγουρα ΔΕΝ ήθελα.
Δεν ήθελα εσένα και τ’ ακριβά σου δώρα,
Δεν ήθελα τη σκλαβιά που ήταν το
Τίμημα για την αγάπη σου,
Δεν ήθελα να χάσω όλα όσα ήμουνα
Για να σε δικαιώσω.
Δε θα σου ζητήσω να με συγχωρέσεις
Που κάποια νύχτα πικρή σε εγκατέλειψα.
Θα σου ζητήσω μονάχα να ψάξεις να βρεις
Στα βάθη του χρόνου ποια ήμουν,
Τι σου έλεγα πώς πάντοτε ζητούσα.
Και τότε θα καταλάβεις ότι ποτέ δεν πρόδωσα εσένα,
Αλλά παρά μόνο τον εαυτό μου,
Εκείνον που σκότωσα για να ’μαι μαζί σου...

υ.γ. να που ανέβασα και τρίτη συνέχεια στο Τέλος Εποχής αν και δεν υπολόγιζα να το κάνω. Δε νομίζω να υπάρξει τέταρτη αφού, χρόνου επιτρέποντος, από σήμερα μάλλον θα καταπιαστώ με τη συγγραφή ενός εκτενούς κείμενου που θα καταπιάνεται με το πιο πάνω θέμα.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Ο Αληθινός

Τρελός; Όχι! Όχι δεν ήτανε τρελός, κάθε άλλο, αληθινός ήταν. Τόσο αληθινός που φάνταζε ψεύτικος. Ψεύτικος σαν τη συνείδησή μας. Τη συνείδησή μας που μοναχά εκείνος ξυπνούσε. Την κακία μας που κοίμιζε. Την καλοσύνη μας που έβαζε πάντα δίχως να προσπαθεί σ’ επιφυλακή. Ο δαίμονας κι ο άγγελός μας. Αυτό ήταν. Κι άλλα πολλά. Πολλά και παράξενα, που δύσκολο πολύ είναι για τα λόγια να περιγράψουν. Ένας άντρας που είχε μείνει παιδί, κάποιος που δεν έχασε ποτέ την αθωότητά του, κάποιος που πίστευε τ’ απίστευτα και τα έκανε πιστευτά, ένας δυσλεκτικός, λίγο αργόστροφος, αλλά πάντοτε δουλευταράς και χαμογελαστός άνθρωπος. Αυτός ήταν ο Πετρής.
Η αλήθεια είναι ότι δεν τον βλέπαμε πάντα έτσι, δε βλέπαμε την αλήθεια του, λειψοί καθώς ήμασταν τότε στα μυαλά του χωριού μου οι άνθρωποι. Όσο ήταν μικρός όλοι σχεδόν τον αποφεύγαμε, ενώ κάποιοι τον κορόιδευαν κιόλας, φευγάτος καθώς ήταν. Αλλά, σαν πέρασε ο καιρός και πια τον συνηθίσαμε, συμβιβαστήκαμε με τα κουσούρια του, άρχισε με τον τρόπο του να μας δίνει περισσή χαρά και τον αγαπήσαμε. Ήτανε τόσο άκακος και τόσο ονειροπαρμένος, που πολλές φορές μας έπιανε εξ’ απροόπτου μ’ αυτά που είχε να μας πει. Κάθε απόγιομα, ανέκκλητα, όταν μαζεύονταν όλοι οι σερνικοί στον καφενέ για το σκόλασμα της μέρας, ερχότανε καμαρωτός-καμαρωτός κι αυτός εκεί για να μας πει τις ιστορίες του, για να μας περιγράψει τα τρελά ονείρατά του.
Τον ακούγαμε με προσοχή όλοι οι χωριανοί αφού όλο για πράματα θαμαστά και περίεργα μάς μιλούσε. Τη μια μάς έλεε πώς κάποια μέρα θα πετάξει -το είδε, λέει, στ’ όνειρό του- την άλλη τον καιρό προέβλεπε και δεν έπεφτε λιαχτίδα ή βροχής σταγόνα έξω, ενώ πού και πού μάς μίλαε και για γυναίκες παράξενες και διάφανες, βγαλμένες από ’να άλλο κόσμο λες ή από το παρελθόν, που τον επισκέφτονταν καθώς περιπλανιόνταν στα χωράφια, ή και πολλές φορές καθώς κοιμόταν.
Φυσικά, κανείς μας δεν πίστευε όλα όσα εκείνος έλεε εκτός από τα αποδεδειγμένα. Αλλά, εκείνον, φύση αγαθή, καθόλου δεν τον ένοιαζε αν τον πιστεύαμε ή όχι, φτάνει που όλοι τον άκουγαν και τον αγαπούσαν. Ναι, αυτό μετρούσε, καθώς ο ίδιος αγαπούσε πολύ την αγάπη. Κάθε τόσο όταν κάποιος από μας τον ρώταε τι κάνει, αγαπώ, απαντούσε και φωτίζονταν το πρόσωπό του και η φύση όλη απ’ της άσπιλης αθωότητας το πιο πλατύ κι αληθινό χαμόγελο.
Πού και πού, ωστόσο, δημιουργούσε, έστω άθελά του, και κάνα πρόβλημα, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει-στο κεφάλι του μέσα καθώς ζούσε- ότι πέρα απ’ την αλήθεια υπάρχει και το δόλιο το ψέμα, κι έτσι ό,τι άκουε το μετέφερε κι αλλού, το διαλαλούσε σαν κάτι το μοναδικό και όμορφο, κι ας μην ήταν τέτοιο. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν μεγάλα μυστικά, κρυφές οδύνες, αλλά ούτε κι η κατάρα της υποκρισίας, αφού ήταν Ο Αληθινός, όπως έλεε κι η συγχωρημένη η Ελένη. Ο μοναδικός αληθινός άνθρωπος που είχαμε την τύχη και την τιμή να γνωρίσουμε.
Μα, δεν τον αγαπούσαν μοναχά οι άνθρωποι, αλλά κι όλα τ’ άλλα ζωντανά: τα πουλιά, τα ζώα, ακόμη θα έλεγε κανείς και τα μυρμήγκια. Με όλους και όλα μιλούσε. Λες και ήξερε ολονών τη μυστική τη γλώσσα. Έτσι, όπου κι αν βρισκότανε, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας, πάντοτε κάποια ζώα ή μερικά πουλιά ή κι έντομα, μαζεύονταν κοντά του – ξεκουράζονταν δίπλα του, από πάνω του ή στη σκιά του. Τα χάιδευε όλα κι ημέρευαν, τους μιλούσε κι έμοιαζαν να τον ακούν προσεκτικά, να τον υπακούνε. Πιότερο, όμως, απ’ όλα αγαπούσε τα πουλιά, ένιωθε πως ελεύθερα καθώς ήταν εκείνα του έμοιαζαν πολύ, μαζί τους ξόδευε πιότερο το χρόνο του κι όλο τους υποσχόταν πώς μαζί τους κάποια μέρα σύντομα θα πετούσε.
Ήταν ένα αστείο θέαμα, παράταιρο πολύ, να βλέπεις ένα γίγαντα, σαν τον Πετρή, να παίζει όλο χαρά μέσα στις λάσπες με τα ζα και να κάνει όνειρα τρελά πώς θα πετάξει, αλλά να, -πώς να το πω;- η αλήθεια είναι ότι πού και πού νιώθαμε να φουντώνει μέσα μας και να μάς πυρπολά ο δαίμονας της ζήλιας. Ναι, τον ζηλεύαμε εμείς οι μικρόψυχοι πολύ, για τη γαλήνη του και για την καλοσύνη, για την αγάπη που ξεχύνονταν σαν ποταμός, με άφθονο δροσιστικό νερό, από την ύπαρξή του, για τον τρόπο που κοιτούσε τη ζωή ενώ εμείς βαρυγκωμούσαμε, για τη χαρά του. Ω, ατέλειωτη ήταν η χαρά του – λες σαν τον χρόνο τον ίδιο. Χαιρόταν επειδή ζούσε, επειδή περπατούσε, επειδή υπήρχε ο ήλιος, το φεγγάρι κι όλα τα ζωντανά, επειδή η φύση ήταν τόσο όμορφη και -ήμαρτον κύριε, έλεε, πώς του- τραγουδούσε, επειδή...
Εμείς, οι φτωχοί οι άνθρωποι, οι τυφλοί στις χαρές της ζωής κι όλες τις χάρες, χωμένοι καθώς ήμασταν μες στις σκοτούρες και όλα τα πρέπει μας, πώς θα μπορούσαμε ποτέ να τον μιμηθούμε; Αδύνατον! Έτσι παραμέναμε αμίλητοι, βουβοί, της ζωής του το μέγα θαύμα να παρατηρούμε.
Κι είδαμε το πρόσωπό του ν’ αρχίζει με τον καιρό να λούζει μια λάμψη απόκοσμη, μοναδική, λες κι ώρα την ώρα ντύνονταν όλο και πιο πολύ με της σοφίας τα δώρα. Έμοιαζε μπρος στα μάτια μας να μεταμορφώνεται σ’ ένα νιο γέροντα σοφό, κι ας μην πάτησε ποτέ του στο σκολειό, κι ας μην περπάτησε στα μονοπάτια της αλφαβήτας. Έγινε πια τόσο ήρεμος που σου ’σπαζε τα νεύρα. Τον βρίσκαμε πολλές νυχτιές να κάθεται στου ρυακιού την όχθη και ν’ αφουγκράζεται το νερό να κυλάει απαλά και να χάνεται στου σκοταδιού τα βάθη, καθώς τα βατράχια κόβαν βόλτες πάνω στα πόδια και μέσα στις παλάμες του, κι άλλες στην κορυφή του διπλανού βουνού, έξω απ’ το ξωκλήσι της Αγιάς Κυριακής, να πιάνει κουβέντα με τις κουκουβάγιες και τ’ άλλα νυχτοπούλια, κι όλο να ψιθυρίζει: Θα πετάξω... Θα πετάξω...
Μα, όσο ονειροπόλος κι αν ήταν ο Πετρής, άλλο τόσο ήτανε δουλευταράς και με γερή την κράση. Έτσι, τον παίρνανε μαζί τους για δουλειά, με τη σειρά, όλοι οι χωριανοί, ανάλογα με την ανάγκη. Τη μια εμάζευε ελιές, την άλλη έσκαφτε λάκκους, την παράλλη έβοσκε τα ζα ή έκοβε σταφύλια, και περνούσαν οι μέρες του νερό. Τόσο καλός που ήτανε έδινε χαρά μεγάλη στη δόλια του τη μάνα.. Φοβότανε, βλέπετε, παλιά η καψερή, πως δε θα έβρισκε ποτέ απ’ το λειψό παιδί χαΐρι. Αλλά, μετά μεγάλωσε για να τη διαψεύσει, και να γίνει αυτός το μοναδικό το φως μες στην πικρή ζωή της.
Μα, αλί, κρυφή αρρώστια έτρωγε της γυναίκας αυτής τα σωθικά και στα πενήντα χρόνια της, κάπου εκεί, ξεψύχησε, τον άφησε μονάχο. Ράγισε ο καημένος ο Πετρής, κι ένας πόνος ασήκωτος, που δεν ένιωσε πριν ποτέ, του ξέσκισε σα μαχαιριά αόρατη κι οδυνηρή πολύ τα σπλάχνα. Για πρώτη φορά τον είδαμε να κλαίει αφόρητα και με λυγμούς, και τον σπαραγμό του έμοιαζε να μοιράζεται όλ’ η φύση. Ο θρήνος του έγινε θρήνος του θεού κι ολόκληρης της πλάσης.
Μετά την κηδεία μαζωχτήκαμε όλοι οι χωριανοί στον καφενέ για να βρούμε τρόπο κατάλληλο να του συμπαρασταθούμε. Σύντομα συμφωνήσαμε ότι θα ήταν άδικο και κρίμα απ’ το θεό μεγάλο να τον αφήσουμε μόνο. Έτσι αποφασίστηκε μια γυναίκα να μαγειρεύει κάθε μέρα και γι’ αυτόν φαΐ, κάθε τόσο τα λιγοστά τα ρούχα του να πλένει και το έρμο το φτωχό σπιτάκι του να καθαρίζει.
Σιγά-σιγά με την αγάπη μας και την πολλή στοργή, άρχισε να ξεπερνά τον οδυνηρό πολύ τον πόνο και τ’ αγαθό του πρόσωπο πήρε να γαληνεύει. Αλλά, το βλέμμα του έμοιαζαν τώρα να καλύπτουν αόρατες σκιές, όλο και πιο απλανές γινόταν, κι όλοι φοβόμασταν πως σύντομα θα έχανε τελείως τα λογικά του.
Περνούσε όμως αβίαστα κι ατάραχα ο καιρός, κι οι φόβοι μας μέναν φόβοι. Έτσι, το χαμογέλιο έγινε και πάλι μόνιμός του συνοδός και για τη νέα του ζωή φαίνονταν νάστηνε τρελό χορό η άλλη μάνα του, η φύση. Πάνω απ’ του φτωχικού του σπιτιού την ξώπορτα φτιάξαν φωλιές αμέτρητα πουλιά, απ’ τα ταξιδιάρικα και τ’ άλλα, ενώ στην πίσω την αυλή μοναχά τους, λες, ξεφύτρωσαν αμέτρητα, κάθε λογής λουλούδια. Η δικιά του η χαρά που επανέρχονταν έμοιαζε να ’χει πια για τα καλά δεθεί με τη χαρά της πλάσης.
Ήταν μια μέρα καλοκαιρινή της Κυριακής, όταν τον είδαμε να διασχίζει τρέχοντας όλο το χωριό, απ’ άκρη σ’ άκρη, κι όλο χαρά θα πετάξω, θα πετάξω, να φωνάζει. Χαμογελάσαμε όλοι πλατιά με τα καμώματά του και συνέχισε ο καθείς το δρόμο του, πηγαίνοντας όπου αγαπούσε. Είχαμε συνηθίσει πια του Πετρή μας τις παραξενιές και ό,τι και αν έκανε εμάς απλά μας έβγαζε λίγο απ’ τη βολή και τίποτ’ άλλο.
Αλλά, την επομένη δεν τον είδε κανείς να περιδιαβαίνει το χωριό κι αυτό παράξενο πολύ μας εφάνη. Σαν πέρασε κι η παράλλη μέρα κι αυτός παρέμειν’ άφαντος, τότε τρομάξαμε για τα καλά, φοβηθήκαμε πως μέγα κακό τον βρήκε και βγήκαμε όλ’ οι χωριανοί στη γύρα για τον βρούμε. Μετά από πολλές ώρες μάταιο ψάξιμο και αγωνία μεγάλη, κάποιος σκέφτηκε και πρότεινε πάνω στο βουνό, στο εκκλησάκι της Αγιάς Κυριακής ν’ ανεβούμε.
Μόλις φτάσαμ’ εκεί είδαμε τα ρούχα του πεταμένα στο χώμα όλα, και δίπλα ακριβώς απ’ αυτά, δυο μεγάλα σαν τα χέρια μας λευκά φτερά μαλαματένια. Μεμιάς όλοι κοιτάξαμε ψηλά και μ’ ανοικτό το στόμα γρικήσαμε ένα τεράστιο λευκό πουλί, που έμοιαζε να ’χει του ανθρώπου το κορμί, προς τον καυτό τον ήλιο μ’ απλωτές, σαν κύμα οπτασίας απαλό, αγέρωχα να κολυμπάει.

Υ.γ. Τρίτο «ξανακοιταγμένο» παραμύθι από τις Αληθινές Μυθιστορίες μου

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής ΙΙ

Αντί απαντήσεων στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης:
Πάνε λίγες μέρες που τον εγκατέλειψε
-εγκατάλειψη, λέξη σκληρή, μα αναγκαία-
Και είναι ήδη στα πάνω της.
Κι εκείνος στα πάνω του θα ’ναι,
Είναι σίγουρη γι’ αυτό.
Ήταν σίγουρη απ’ τη στιγμή που αποφάσισε να φύγει,
Αφού τον ήξερε καλά,
Πολύ καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του.
Αν του έλεγε την αλήθεια,
Αν του έλεγε πως έφευγε επειδή απλά δεν τον άντεχε,
Σίγουρα θα τον έπιαναν τ’ αυτοκτονικά του,
Θα έπεφτε σε κατάθλιψη βαριά και ανεπίτρεπτη.
Ενώ τώρα...
Ενώ τώρα θα την έχει ξεπεράσει ήδη,
Κι ας υποστήριζε ότι την αγαπούσε πιότερο
Απ’ την ψυχή του στην ίδια.
«Ποιος ξέρει που περιπλανιέται τώρα
και ποια αναζητά;» αναρωτιέται.
Στους διαδρόμους της ζωής ή στα σοκάκια
Του διαδικτύου άραγε;
Όχι πως έχει σημασία – όχι πια.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έφυγε και σώθηκε,
Κι εκείνος θα την ξεχάσει,
Όπως και όλες τις γυναίκες που άλλοτε διαλαλούσε
Πως αγάπησε με αιώνια, με ακατάλυτη αγάπη.
Τώρα αυτή θα ζήσει μέσα στις αλήθειες της,
Και θ’ αφήσει εκείνον να συνεχίσει να πορεύεται
Μέσα στα ψέματά του...

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2008

Τέλος Εποχής

Για μια ακόμη φορά έφτασ’ η ώρα να φύγει.
Αλλά να, δεν ξέρει πως να του το πει.
Μοιράστηκαν πολλά οι δυο τους,
Όμορφα λόγια, απέραντες σιωπές,
Τσακωμούς αμίλητους και κρυφές μαχαιριές.
Το τέλος, ωστόσο, όλο και πιο πολύ πλησιάζει,
Το νιώθει σαν ανάσα στ’ αυτί της,
Σα φωτιά της καίει τα σωθικά.
Δεν μπορεί να του πει την αλήθεια,
Όχι, δεν μπορεί,
Αφού είναι σκληρή και θα τον πληγώσει.
Δε θα του πει ότι τον βαρέθηκε,
Ότι βαρέθηκε αυτόν και την αιώνια γκρίνια του,
Πως δεν αντέχει πια να τον ακούει να λέει
Πόση δουλειά έχει
Και να τον βλέπει
Να μην κάνει απολύτως τίποτα.
Όχι, τίποτα σκληρό δε θα του πει,
Άκαρδα λόγια δε θα ξεφύγουν απ’ τα χείλη της.
Απλά θα επικαλεστεί την ανάγκη της για απομόνωση,
Θα πει ότι πρέπει να μείνει μόνη
Για να μπορέσει να εμπνευστεί και να δημιουργήσει ξανά,
Θα αφήσει να εννοηθεί ότι κάποια μέρα
Ίσως να επιστρέψει και πάλι κοντά του,
Κι ας γνωρίζει πολύ καλά πως δε θα το κάνει.
Δε θα είναι δύσκολος αυτός ο χωρισμός,
Εύκολος θα είναι για την ίδια πολύ,
Κι ευπρόσδεκτος σαν ευλογία.
Θα είναι σα να πετά, επιτέλους, από πάνω της τ’ αόρατα δεσμά
Ενός αδιέξοδου έρωτα και ν’ ανοίγει φτερά
Για τους παραμυθένιους ουρανούς των ονείρων της.
Ναι, πρέπει να τον αφήσει
Για να ζήσει.

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Το Τίμημα

Ήταν παιδί ατίθασο, μοναδικό, ανήσυχο – γεννήθηκ’ έτσι. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή που βρέθηκε σ’ ετούτη τη γη, απ’ όταν πρωταντίκρισε με μάτια υγρά και θολωμένα αυτό τον κόσμο, έμοιαζε να διψά αφόρητα, οδυνηρά και με παράπονο πικρό, για ελευθερία. Έβλεπε, καθώς ήταν μικρούλι, τους γονείς και τ’ αδέλφια του να πηγαίνουν ελεύθερα παντού κι ωραία, τίποτα να μην τους στέκεται εμπόδιο, κανείς να μην τους περιορίζει, κι αυτό ζήλευε αμίλητα, με πάθος που έβγαινε σαν άναρθρη κραυγή και του χαράκωνε τα νεανικά του στήθια.
Κάθε μέρα, όλη μέρα, του ’λεγαν οι γονείς να κάνει υπομονή και όλα μια μέρα θα συμβαίναν, ότι ήταν ακόμη μικρό πολύ για ν’ απολαύσει τη δική τους την ελευθερία, μα εκείνο που ν’ ακούσει. Ακατανόητα, τρελά, δίχως καμιά ουσία, θεωρούσε τα λόγια τους και ναι, μες στης νιότης του την άγνοια βαθιά τους περιφρονούσε. Δεν καταλάβαινε τι εννοούσαν οι μεγάλοι, ή, ίσως και ν’ αρνιότανε να καταλάβει. Και έτσι, δώστου κλάμα κι άλλο κλάμα, και προσπάθειες μεγάλες, αλλά μάταιες, για ν’ απελευθερωθεί απ’ της αδυναμίας τα δεσμά, για να ξεφύγει απ’ της σκλαβιάς -όπως μες στη μεγάλη αθωότητά του σκέφτονταν- το σπίτι.
Ωστόσο, όλοι οι κόποι, τα δάκρυα και τα παράπονά του, σε τίποτα δεν τον ωφελήσαν. Οι προσπάθειές του όλες πήγαν του βρόντου. Πολλές φορές σ’ ετούτη τη ζωή είναι πράγματα που φαντάζουν πέρα απ’ τις δυνάμεις σου, μα κάποτε τα πετυχαίνεις. Αλλά είναι και κάποια άλλα που δε γίνοντ’ εύκολα, κι ας σου περισσεύει ο θάρρος και ο τσαμπουκάς, αφού εκείνα ακολουθούν δικούς τους νόμους, ξέχωρους, και στην πολιτεία τους -αν δεν έρθει ο καιρός- δύσκολα πολύ θα σε υποδεχθούνε.
Μαράζωνε, λοιπόν, κάθε μέρα το παιδί, μαράζωναν άλλο τόσο κι οι κακόμοιροι γονιοί του – τόσο πεισματάρικο που ήταν. Του έλεγαν να είναι φρόνιμο και να τους υπακούει, να μη βιάζεται καθόλου, το φαΐ του να τρώει με χαρά, για να μεγαλώσει και να γίνει δυνατό, και να κάνει ό,τι ονειρεύεται αληθινό. Αλλά, εκείνο πάντα εκεί, να ψάλλει το ίδιο τροπάρι, να πεισμώνει, να δακρύζει και ν’ ανυπομονεί. Και να ’λεγε κανείς πως δεν το αγαπούσαν; Κάθε άλλο. Στα όπα όπα το ’χαν οι δικοί, ποτέ τους δεν του χάλαγαν χατίρι μα, μαθές, πώς να κάνουν να συμβεί τ’ αδύνατο που τους ζητούσε;
Κάποια μέρα απ’ τις πολλές που έζησε, μα στο βουνό του χρόνου τις λειψές και λίγες, αποφάσισε πως ήταν πια έτοιμο το δρόμο των γονιών του και των άλλων των μεγάλων, εκείνον που νόμιζε της λευτεριάς, ν’ ακολουθήσει. Έτσι όταν φύγανε αυτοί, ξεκίνησε κι εκείνο το μικρό με δύναμη και σιγουριά πολλή να ξεπορτίσει. Αλλά...
Μπρος στην πόρτα μου το βρήκα να κείτεται νεκρό εκείνο το ελαφρύ σαν τίποτα, το όμορφο σαν παραμυθιού εικόνα πλασματάκι. Σα βγήκε απ’ τη φωλιά, στάθηκ’ αδύνατο -καταπώς φαίνεται- να το κρατήσουν τα φτερά και τη μεγάλη βουτιά από ψηλά έκανε του θανάτου. Δεν ήξερε το χελιδόνι το μικρό, ότι το τίμημα της λευτεριάς είν’ ακριβό και δύσκολο πολύ να τ’ αποχτήσεις.
υ.γ. Το δεύτερο ξαναγραμμένο "παραμύθι"

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2008

Michael Connelly – The Lincoln Lawyer

Το Lincoln Lawyer, όπως άλλωστε υποδεικνύει κι ο τίτλος, είναι ένα δικαστικό-δικηγορικό θρίλερ.
Είναι η ιστορία του Μίκι Χάλερ, ενός δικηγόρου που διεκπεραιώνει τις περισσότερες υποθέσεις του, κινούμενος στη διάρκεια της ημέρας από το ένα μέρος στο άλλο, με τη βοήθεια μιας Λίνκολν. Οι δουλειές του τον τελευταίο καιρό είναι πεσμένες, κι απλά εύχεται να βρει στο δρόμο του κάποια μεγάλη υπόθεση που θα τον «ξελασπώσει», όπως και τελικά συμβαίνει.
Ο πελάτης που αναλαμβάνει να υπερασπίσει είναι ένα πλουσιόπαιδο που κατηγορείται για την άγρια κακοποίηση μιας γυναίκας. Στην αρχή όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, και τα λεφτά που τόσο έχει ανάγκη δείχνουν να τον πλησιάζουν όλο και πιο πολύ, αλλά όπως λέει κι η παροιμία: «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά». Τι εννοούμε μ’ αυτό; Ε, να, ο πελάτης, που στα μάτια του στην αρχή φαντάζει αθώος, το θύμα κάποιας σκοτεινής πλεκτάνης, δεν είναι τελικά αυτό που δείχνει. Καθώς ο δικηγόρος βήμα το βήμα κτίζει την υπόθεσή του, εκείνος μοιάζει να έχει μια διαφορετική ατζέντα και πολλά φοβερά μυστικά, τα οποία δεν είναι πρόθυμος να μοιραστεί με τον πρώτο.
Ο Κόνελι καταφέρνει μέσα από μια ρέουσα πλοκή να φτιάξει ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, με ήρωες γεμάτους πάθη και αδυναμίες.
Εδώ δεν υπάρχουν σκληροί κι ανίκητοι μπάτσοι, ούτε και κάποιου είδους διάνοιες. Το βιβλίο, ωστόσο, ξεχειλίζει από ήρωες χειραγωγητές ή, αν προτιμάτε, εκμεταλλευτές – ανθρώπους που γνωρίζουν πράγματα και γεγονότα, ειδικούς στο δικαστικό σύστημα και την ανθρώπινη φύση, που μοιάζουν ικανοί να κάνουν το καθετί για να κερδίσουν. Κι ο Χάλερ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ένας απ’ αυτούς. Και ακριβώς για τούτο πού και πού μας θυμίζει τον αγαπημένο μπάτσο-ήρωα του συγγραφέα, τον Χάρι Μπος.
Αν σας αρέσουν τα δικαστικά θρίλερ του Τζον Γκρίσαμ σίγουρα θα σας αρέσει και τούτο το βιβλίο, με τους γοργούς ρυθμούς και τις πολλές ανατροπές του.Και σε μια προσωπική νότα: Δύο μόνο τίτλοι (που βρίσκονται καθοδόν) μου απομένουν για να ολοκληρώσω τη βιβλιογραφία του Κόνελι. «Αξίζει τον κόπο;» θα με ρωτήσει κανείς. Αν σας αρέσει η αστυνομική λογοτεχνία, σίγουρα,» θ’ απαντήσω.

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

Το Τάμα

«Θεέ μου, τι σου έφταιξα; Τι αμαρτίες έχω και πληρώνω; Πάντα δίκαιος και καλός άνθρωπος δεν ήμουνα; Μήπως έβλαψα ποτέ κανένα; Μα, γιατί; Γιατί δοκιμάζεις τόσο σκληρά την πίστη μου;»
Μέγα κακό βρήκε το σπίτι του, κι ο Γιώργης δεν ήξερε πως να αντιδράσει, αμάθητος καθώς ήταν. Έτσι τη μια το έριχνε στο πιοτό, την άλλη στη σιωπή και την παράλλη στην οργή και στο βρισίδι, κάποια φορά μάλιστα έφτασε να κτυπήσει και τη δόλια τη γυναίκα του, μα φυσικά δεν ξεφορτώθηκε το βάρος του, δε βρήκε σωτηρία. Μια ζωή στα ίδια και τα ίδια είχε συνηθίσει κι αυτός ο κακομοίρης, και τώρα που η πλανεύτρα μοίρα η άκαρδη του ’παιξε σκληρό παιχνίδι, βάλτωσε, τα έχασε, σκοτείνιασε το βλέμμα και μαράζωσε η ψυχή του.
Οι γιατροί σήκωναν τα χέρια ψηλά, τα παραδοσιακά γιατροσόφια δεν έφερναν κανένα απολύτως αποτέλεσμα, οι ξερόλες έχασαν τη μιλιά τους, όλοι ήταν σίγουροι ότι το παιδί του, έτσι απλά, θα σιγόσβηνε και θα πέθαινε. Θα πέθαινε το καμάρι του προτού καν προλάβει να ζήσει τη ζωή, προτού να τη ρουφήξει. Πώς να αντέξει την ιδέα αυτή και να μη χάσει τα λογικά του; Πώς; Αδύνατον!
Ένα πανέμορφο λουλούδι ήταν το παιδάκι του, μια νεράιδα του κάμπου, ένα κορίτσι που στην εφηβεία του άνθισε σα μυγδαλιά, προτού πάρει να ξεραίνεται σαν στάχυ, ένα ρυάκι με κελαρυστό νερό, το υφαντό του ουρανού μες στο απέραντο σκοτάδι. Κι όμως χανόταν κι έσβηνε και όλο πιο πολύ ψυχορραγούσε.
Μα πώς να βρεθεί η γιατρειά αφού ούτε ο ίδιος, μήτε η γυναίκα του, ούτε οι γιατροί και οι κάθε λογής οι τσαρλατάνοι, δεν καταλάβαιναν ότι από αρρώστια της ψυχής έλιωνε το κορίτσι; Κάτι τέτοιο, τρομερό, ξεπερνούσε αόρατο και με ορμή τη φτωχική τους φαντασία. το πως δηλαδή μια κόρη πάνω στης νιότης της το άνθος, θα μπορούσε ποτέ να άφηνε με πείσμα, θεληματικά, τη φλόγα της ζωής να σβήσει.
Έτσι, αφού είδαν απόειδαν με τη γυναίκα του και βάλσαμο δε βρήκαν, είπαν να επιστρατεύσουν κι αυτοί τα μέσα τα μεγάλα, να στραφούν στη μάνα τη μοναδική που μπορούσε να προσφέρει ίαση ή μια κάποια ελπίδα, την Παναγία. Είχε κι εκείνη παιδί, σκέφτονταν, σίγουρα θα τους βοηθούσε. Έπιασαν, λοιπόν, τις προσευχές, κρεμάστηκαν με νύχια και με δόντια από πάνω τους, και κάναν κι ένα τάμα. Αν γινόταν, λέει, καλά η μικρή, θα έφτιαχναν ένα κερί στο μπόι της αφιέρωμα στην Παναγία. κι ο πατέρας με τα πόδια θα ανέβαινε στην κορφή του μεγάλου βουνού, που ήτανε η εκκλησιά, για να το πάρει.
Περνούσε γρήγορα ο καιρός, μέσα στον πόνο και την ανησυχία, και καθώς δίναν και παίρνανε οι προσευχές, κατέφθασε ολόλαμπρη η άνοιξη με τα πλήθια της τα δώρα. Ο ερχομός της βοήθησε καταπώς φαίνεται να φτιάξει ο καιρός και μες στην καρδιά του μαραζωμένου κοριτσιού, που θέλησε και πάλι ν’ αδράξει με περισσή ορμή, τον παλμό ζωής που της αναλογούσε. Έτσι, προτού περάσει χρόνος πολύς η ομορφιά πήρε σαν νιος ταξιδευτής να επιστρέφει, να της χαϊδεύει το πρόσωπο και την ψυχή, να της ξυπνά στο είναι της όλο κρυφά όνειρα κι ανομολόγητα πάθη.
Για μέγα θαύμα μιλήσαν οι θανατοαγγιγμένοι οι γονιοί, και βούιξε όλο το χωριό απ’ το καλό μαντάτο. Αλλά, μια φίλη της κόρης γκαρδιακή, για άλλο θαύμα μονολοούσε. Επέστρεψε, λέει, στο χωριό ο νιος που εκείνη αγάπησε πολύ, μα που την είχε μήνες πριν σκληρά εγκαταλείψει. Μα, έμειναν τα κρυφά κρυμμένα.
Γι’ αυτό και όταν επιτέλους η ξανανιωμένη κοπελιά σηκώθηκε για τα καλά απ’ το κρεβάτι, είπε κι ο κύρης της στην Παναγιά το τάμα του να εκπληρώσει. Έτσι παράγγειλε ομοίωμα κεριού στο ύψος του παιδιού, και μια λιόλουστη Κυριακή ξεκίνησε για τον προορισμό του. Αλλά, σαν έφτασε με τ’ αμάξι του στα ριζά του βουνού σκέφτηκε πως αφού το κορίτσι ήταν πια καλά, δε θα την επείραζε την κυρά την Παναγιά, αν δεν ανέβαινε όλο εκείνο το θεριό με τα πόδια. Πήρε, λοιπόν, με τ’ αυτοκίνητο ν’ ανεβαίνει λίγο βιαστικά το φιδογυριστό το δρόμο. Ωστόσο, σε μια περίεργη στροφή του ξέφυγε το τιμόνι, τον έλεγχο έχασε του αμαξιού και πάνω στην κόψη του βουνού τράκαρε μ’ ορμή και βία. Λίγο τραντάχτηκε, τρόμαξε λίγο, αλλά ήταν καλά, δεν έχυσε ούτε μια σταγόνα αίμα. Βγήκε, λοιπόν, έξω και κοίταξε τη μούρη τ’ αμαξιού, μεγάλη η ζημιά, μα τι να γίνει; Έριξε μία βλαστημιά, στο στραπατσαρισμένο του όχημα μπήκε ξανά και κούτσα-κούτσα, με περισσή επιμονή, κατάφερε να το ξεκινήσει.
Πήρε ν’ ανεβαίνει και πάλι προς την κορυφή, την εκκλησιά, εκεί που έπρεπε ανέκκλητα να φτάσει.
Η ξύλινη και γέρικη πόρτα της ήταν κλειστή και κλειδαμπαρωμένη, μα να, σα να του φάνηκε ότι από πίσω της ακούγονταν παράξενοι, παράταιροι και θρηνητικοί κάποιοι ύμνοι. Αυτό τον ξένισε πολύ, αλλά δεν ήξερε τι άλλο να σκεφτεί, έτσι πήρε την πόρτα να χτυπά, για να μπει επιτέλους μέσα στο ναό, το χρέος του να ξεπληρώσει. Σχεδόν αμέσως του άνοιξε, με πρόσωπο αβάστακτα λυπημένο, μια μοναχή γριά ντυμένη μ’ άσπρο ράσο.
«Τι γίνετ’ εδώ, μητέρα;» τη ρωτά.
«Μα, η κηδεία σου θαρρώ, παιδί μου!» απαντήσ’ εκείνη.
υ.γ. Αυτή είναι η πρώτη από μια σείρα δώδεκα ιστοριών που μοιάζουν με παραμύθια. Τις είχα πρωτογράψει πριν έξι χρόνια και τώρα πήρα να τις "ξανακοιτώ" κάνοντας κάποιες βελτιώσεις.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

Philip Pullman – The Amber Spyglass

Το Amber Spyglass είναι το πιο χορταστικό από τα βιβλία της τριλογίας His Dark Materials. Σ’ αυτό ο Φίλιπ Πούλμαν αναλαμβάνει να δώσει τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, και να λύσει όλους σχεδόν τους γρίφους που έθεσε στους προηγούμενους δύο τόμους.
Περιπέτεια, μυστήριο και -όπως πάντα- αντιεκκλησιαστικό «μένος» είναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Ωστόσο, δε λείπουν κι οι εκπλήξεις καθώς η περιώνυμη κυρία Κούλτερ, η απόλυτη κακιά των προηγούμενων βιβλίων, σ’ αυτό εδώ μεταμορφώνεται. Όχι πως παύει να είναι εντελώς κακιά, όχι αυτό, αλλά να, αφήνει να εισβάλει μέσα της για πρώτη φορά η αγάπη, η αγάπη για την κόρη της, τη φοβερή Λύρα, που αναμένεται να παίξει σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία.
Η ιστορία αρχίζει με την «αιχμαλωσία» της Λύρα σε μια σπηλιά. Εκεί την κρατά τυλιγμένη βαθιά στο πέπλο του ύπνου η κυρία Κούλτερ, ώστε να την προστατέψει από το κακό που την παραμονεύει, καθώς βρίσκεται στο στόχαστρο της εκκλησίας. Καθώς ξοδεύει για πρώτη φορά με την κόρη της κάποιο χρόνο η κυρία Κούλτερ μοιάζει να κάνει αυτοκριτική και να προχωρά σε μια ψυχική κάθαρση, που θα την κάνει να δει τον κόσμο και τις αλήθειες του πιο καθαρά, και ν’ αντιληφθεί ότι το μεγαλύτερό της καθήκον δεν είναι άλλο από τη μητρική αγάπη. Την ίδια ώρα η υπνωτισμένη Λύρα επικοινωνεί με το νεκρό της φίλο Ρότζερ μέσα από τα όνειρά της, στον οποίο δίνει και την υπόσχεση ότι θα τον απελευθερώσει από τον Κάτω Κόσμο, όπου κατέληξε με δική της υπαιτιότητα.
Ενώ τα σύννεφα του πολέμου γίνονται όλο και πιο πυκνά, και οι σκοτεινές δυνάμεις της εκκλησίας πλησιάζουν όλο και περισσότερο τη Λύρα, αναλαμβάνει δράση ο Γουίλ, ο καλός της φίλος, που συντροφιά με την αρκούδα Ιόρεκ Μπάιρνισον και δύο μικροσκοπικούς ανθρώπους από τη φυλή των Γκαλιβεσπιανών θα σπεύσουν να τη σώσουν.
Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή αρχίζει μια μεγάλη περιπέτεια που θα οδηγήσει τους ήρωές μας αρχικά στον κόσμο των νεκρών και μετά στη γη των Μουλέφα, όπου και θα συναντήσουν τη Μαίρη Μαλόουν, μια επιστήμονα που κατάφερε να ταξιδέψει ανάμεσα στους κόσμους προσπαθώντας να σώσει τον εαυτό της, αλλά και ν’ αποσοβήσει μια μεγάλη καταστροφή. Την ίδια ώρα οι γονείς της Λύρα δίνουν τη μεγάλη τους μάχη με τον άρχοντα του κόσμου, ή αν προτιμάτε την Αρχή, σε μια προσπάθεια να σώσουν τους ανθρώπους από τα δεσμά της άγνοιας.
Το εξαιρετικό αυτό χρονικό των 465 σελίδων είναι ένα πέρα για πέρα απολαυστικό βιβλίο, που προσφέρεται τόσο για ανάγνωση στην παραλία, όσο και για μια κρύα νύχτα του χειμώνα. Ο Πούλμαν είναι ένας παραμυθάς με τα όλα του και μέσω της πένας και της φαντασίας του καταφέρνει αβίαστα και δίχως κόπο να μας ταξιδεύει σε κόσμους μακρινούς κι ανείπωτους.
Μάλλον θ’ αγοράσω σιγά-σιγά και όλα τ’ άλλα βιβλία που έχει γράψει ετούτος ο μοναδικός γραφιάς.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Στη Σαλονίκη μια φορά

Σε συνάντησα τυχαία στο δρόμο μετά
Από πέντε τόσα χρόνια.
Χάρηκα που σε είδα αφού μαζί σου
Μοιράστηκα μερικές από τις πιο όμορφες στιγμές.
«Θυμάσαι;» με ρωτούσες, «Θυμάσαι;»
Όλα τα θυμόμουνα,
Πώς να τα ξεχάσω άλλωστε;
Θυμάμαι την έκπληξη στο πρόσωπό σου όταν κάποια φορά
Ήρθα και σου κτύπησα την πόρτα από το πουθενά.
Θυμάμαι το πρώτο μας μεθύσι,
Το πρώτο μεθυσμένο φιλί.
Θυμάμαι μια συναυλία στο λόφο και
Βόλτες μακρινές στην ακροθαλασσιά.
Θυμάμαι στιγμές μαγικές στην κάμαρά σου και
Κλεμμένα φιλιά στην Πλατεία Αριστοτέλους.
Θυμάμαι, νιώθω ακόμη, εκείνο το αόρατο νήμα
Που μαγικά μας έδενε,
Που ανεξήγητα μας έσπρωχνε πάντα τον ένα
Στην αγκαλιά του άλλου.
Θυμάμαι, πιο πολύ, εκείνη τη φορά, που με βλέμμα απορημένο,
«Είσαι άνθρωπος παράξενος» μου δήλωσες,
Για να προσθέσεις αμέσως:
«Μαζί σου νιώθω πλήρης,
Μα φοβισμένη όσο ποτέ!»
Όλα τα θυμάμαι, όλα τα θυμηθήκαμε,
Κι ύστερα οι δρόμοι μας χώρισαν και πάλι,
Για ν’ ακολουθήσουν τα μονοπάτια που
Δε θα έβρισκαν ποτέ όσο ήμασταν μαζί.

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Το κορίτσι που κλαίει πολύ

Ολοζώντανες είναι οι εικόνες απ’ το χθες, κι ας μοιάζουν τώρα παρμένες από κάποια άλλη, από μια απόμακρη ζωή. Εικόνες του πόνου και της χαράς, της απογοήτευσης και της απροσκάλεστης, μα ευπρόσδεκτης ελπίδας.

Κάθεται στην αυλή μιας μπυραρίας στην Τσιανγκ Μάι και κλαίει με λυγμούς – αθόρυβα όσο γίνεται, αλλά με λυγμούς. Κανένας δε μοιάζει να καταλαβαίνει τι έπαθε στα καλά καθούμενα, τι μύγα την τσίμπησε, αλλά και κανείς δε δείχνει να νοιάζεται στ’ αλήθεια να μάθει τι την απασχολεί. Εκεί πήγαν, μαθές, για να διασκεδάσουν. δε θα κάτσουν τώρα να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους για μια τρελή μικρή.

Ναι, έτσι τη βλέπουν: τρελή και μικρή. Γιατί μόνο μια τέτοια θα κάθονταν εκεί, δημόσια, και θα έκλαιγε δίχως λόγο και αιτία, προκαλώντας τους στην αρχή λίγη αμηχανία και μετά μυστικά γελάκια. Όλοι είναι μεθυσμένοι, από πιοτό κι όχι ζωή, όλοι είναι στιγμιαία ευτυχισμένοι, το δάκρυ δε χωράει στις στιγμές που θαρρούν πως ζούνε.

Την αφήνουν, λοιπόν, να κλαίει. Μόνο το προσωπικό την πλησιάζει πού και πού για να τη ρωτήσει αν είναι καλά, για να αποχωρήσει αμέσως, μετά από ένα καταφατικό νεύμα. «Φαλάνγκ Τινγκ Τονγκ» (η ξένη είναι τρελή) θα σκέφτονται κι αυτοί.

Αλλά δεν είναι τρελή, παρά πονεμένη. Είναι ένα από εκείνα τα εξαιρετικά πλάσματα, που ξεχειλίζουν από ζωή και πνίγονται σε ευαισθησίες ανείπωτες, που έχουν πάντα το δάκρυ έτοιμο και το χαμόγελο σ’ επιφυλακή – είναι το κορίτσι που κλαίει πολύ. Μα, δεν κλαίει χωρίς αιτία, δε γελοιοποιείται στα μάτια των άλλων δίχως αφορμή. Κλαίει επειδή έχει λόγο σοβαρό. Εκείνοι, οι άλλοι, είναι τυφλοί, είναι άκαρδοι, δε βλέπουν γύρω τους, δεν μπορούν να νιώσουν τις αγωνίες και την αγάπη της. Την αγάπη της για καθετί που ζει και αναπνέει, για τους ανθρώπους, τη φύση και τα ζώα. Και να, τώρα γι’ αυτά τα τελευταία κλαίει. Για τα ζώα! Για τους ελέφαντες, πιο συγκεκριμένα. Γι’ αυτούς που οι ταϊλανδοί βγάζουν κάθε βράδυ βόλτα στους τουριστικούς δρόμους της πόλης, για να τους αγοράσουν οι ξένοι φαΐ. Γι’ αυτούς, που αν τους άφηναν ελεύθερους, θα συνέχιζαν να επιβιώνουν όπως πάντοτε, που θα ομόρφαιναν τη φύση με την παρουσία τους. Άκαρδη πολύ η αντιμετώπισή τους. γι’ αυτό δακρύζει τώρα και μέσα της τα βάζει με οργή με θεούς και δαίμονες, μα πιο πολύ με τους ανθρώπους.

«Τι τους έφταιξαν;» αναρωτιέται και ένα σύννεφο σκιάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Γιατί τους έχουν σκλάβους;» αμίλητα ρωτά και νιώθει ξάφνου μέσα της έντονη την ανάγκη να κτυπήσει κάποιον. Να χτυπήσει; Κάποιον; Μα, αυτό δε θα το έκανε ποτέ. Αλλά να, ο θυμός της είναι τόσο μεγάλος που πρέπει κάπως να ξεσπάσει. Γι’ αυτό πίνει και δακρύζει, και βλαστημά την ασκήμια αυτού του κόσμου.

Εκείνος κάθεται σε μια γωνιά του μπαρ και την παρατηρεί με την άκρη του ματιού του. Αδιάκριτα, μα πολύ διακριτικά. «Τι παράξενο κορίτσι. Τι εξαιρετική γυναίκα!» σκέφτεται, και το μέσα του χαμογελά και λυπάται, για την εικόνα και τον πόνο της. Δεν τη γνωρίζει, μα την ξέρει καλά, την αναγνωρίζει. Είναι βγαλμένη, λες, μέσα από τις αναμνήσεις του. Θα μείνει εκεί ακίνητος, για λίγο ακόμη να την παρατηρεί, να διαβάζει τα ανείπωτά της μυστικά, να την αφήνει μόνη ν’ αδειάζει σταγόνα-σταγόνα το ποτήρι της πίκρας της.

Η ώρα αργόσυρτα περνά, κόσμος πάει κι έρχεται, κι οι δυο τους σιγά-σιγά γίνονται αόρατοι, ενσωματώνονται στο σκηνικό και όσοι τους κοιτούν πια δεν τους βλέπουν.

Πριν σηκωθεί απ’ το μπαρ παραγγέλνει μια μπύρα ακόμη κι ένα Μάι Τάι για κείνην, πληρώνει και πηγαίνει και κάθεται δίπλα της.

Σηκώνει ένα ζευγάρι μεγάλα φωτεινά, υγρά ακόμη από το κλάμα, μελένια μάτια και τον κοιτά ερωτηματικά. Διαβάζει τη συμπάθεια στα μάτια του, μα όχι τη συμπόνια, την κατανόηση και όχι την κρίση.

«Mai Thai?» της προτείνει το ποτό και χαμογελά ζεστά.

«Im not a Thai!» απαντά εκείνη και το παίρνει λες με ανακούφιση.

«Πάντα έτσι ήταν εδώ.»

«Πάντα ήταν έτσι τι;»

«Με τους ελέφαντες.»

«Μα... Κατάλαβες;»

«Κατάλαβα. Είδα πόσο αγαπάς τα ζώα. Είδα πόσο σκοτείνιασε το βλέμμα σου μόλις αντίκρισες το θέαμα της αιχμαλωσίας τους.»

«Κι εσένα δε σ’ ενοχλεί αυτό;»

«Λιγότερο απ’ ό,τι παλιά. Τώρα πια συνήθισα. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά συνήθισα.»

«Εγώ δε θα συνηθίσω ποτέ.»

«Το ξέρω. Το καταλαβαίνω. Αλλά να, τα λουλούδια στον κόσμο αυτό είναι πολύ λιγότερα απ’ τα αγκάθια, η ομορφιά λειψή μπροστά στην ασκήμια. Δυστυχώς πρέπει να μάθει κανείς να βλέπει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι, για να μπορέσει να επιβιώσει.»

«Κι εγώ, λες, δε θα τα καταφέρω;»

«Δεν το είπα, αλλά ναι, το εννοώ. Η καλοσύνη δεν είναι πάντα το καλύτερο εφόδιο στον αγώνα για επιβίωση.»

«Μα, δεν είμαι και τόσο καλή...»

«Αυτά λένε τα χείλη σου, μα διαφορετικά φωνάζουν τα μάτια.»

Μένουν για λίγο αμίλητοι, παρατηρώντας με βλέμματα αδιάφορα τους ανθρώπους και το γύρω τους κενό, πίνοντας γουλιά-γουλιά τα ποτά τους, κι αναλύοντας τους ήχους της μεταξύ τους σιωπής.

«Είμαι η Μάργκο,» του συστήνεται.

«Τ’ όνειρο είσαι,» της απαντά αποφασιστικά. «Τ’ όνειρο που για χρόνια έβλεπα, μα που δεν αξιώθηκα ποτέ να πλησιάσω...»

Τα μάτια του λάμπουν και τη λούζουν με το φως μιας τρυφερής γαλήνης. Τα μάτια της κολυμπούν στην αλμύρα μιας θάλασσας μελλοντικής και ανονείρευτης.

Τον κοιτά και σιωπά. Την κοιτά κι ελπίζει.

υ.γ. πρώτη γραφή μιας νέας ιστορίας

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

David Baldacci – The Simple Truth

Αυτό είναι ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα του επιτυχημένου συγγραφέα.

Είναι η ιστορία του Τζον Φισκ, ενός δικηγόρου του οποίου ο αδελφός βρίσκεται στυγνά δολοφονημένος, και του Ρούφους Χαρμς, κάποιου που ξόδεψε είκοσι πέντε χρόνια στη φυλακή για ένα έγκλημα που διέπραξε εν αγνοία του.

Όλα αρχίζουν όταν ο Χαρμς λαμβάνει ένα γράμμα από το στρατό, που ξαφνικά ρίχνει φως στα σκοτεινά μονοπάτια της μνήμης του, κάνοντάς τον να αντιληφθεί ότι για το φονικό που διέπραξε δεν έφερε ο ίδιος την ευθύνη, αλλά κάποια σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Με τα νέα δεδομένα στην κατοχή του καλεί το δικηγόρο του και του ζητά να καταχωρήσει έφεση σχετικά με την υπόθεσή του στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο τελευταίος εσωκλείει σ’ ένα φάκελο τα στοιχεία και τα αποστέλλει στον προορισμό τους, αν και αμφιβάλλει κατά πόσο θα βρούνε το δρόμο τους προς τη δικαιοσύνη, αφού αυτά εμπλέκουν στη δολοφονία διάφορα σημαίνοντα πρόσωπα της πολιτικής, στρατιωτικής και αστυνομικής σκηνής.

Ο φάκελος φτάνει στα χέρια του Μάικλ Φισκ, που δουλεύει στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο οποίος αντιλαμβανόμενος το μέγεθος και τη σοβαρότητα της υπόθεσης αποφασίζει να τη διερευνήσει προσωπικά προτού την καταχωρήσει στο σύστημα. Αυτό το μικρό ολίσθημα θα του στοιχίσει τη ζωή, αλλά θα σταθεί και η αφετηρία για ένα ντόμινο από γεγονότα που θα γκρεμίσουν πολλά είδωλα και θ’ αναδείξουν μεγάλα ψέματα στο πέρασμά τους.

Σ’ αυτή την ιστορία πραγματικότητα και ψευδαίσθηση βαδίζουν χέρι-χέρι και οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη, καθώς ο αδελφός του νεκρού, αποφασισμένος να διαλευκάνει την υπόθεση με κάθε κόστος, θα έρθει σε σύγκρουση με κάθε είδους εξουσία, θρυμματίζοντας τη δική του ζωή, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων που κινούνται γύρω του. Μοναδικός συμπαραστάτης στο μοναχικό του αυτό αγώνα θα σταθεί μια συνάδελφος του αδελφού του, που μοιάζει να βρίσκεται με τη σειρά της στο στόχαστρο κάποιων αδίστακτων εγκληματίων.

Αν και η «Απλή Αλήθεια» δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποια μεταγενέστερα βιβλία του Μπαλτάτσι, όπως το «Κάμελ Κλαμπ» και τους «Συλλέκτες», είναι ένα αξιόλογο θρίλερ που κάνει φύλλο και φτερό τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ και βάφει κάθε άλλο παρά με φωτεινά χρώματα τα έργα και τις ημέρες της περιβόητης CIA.

Διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα και είναι ότι πρέπει για τις νωχελικές ημέρες του καλοκαιριού.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2008

Philip Pullman – The Subtle Knife

Το The Subtle Knife είναι μια εκπληκτική περιπέτεια φαντασίας που απευθύνεται στα παιδιά κάθε ηλικίας (μάλλον από δώδεκα χρόνων και πάνω) – ακόμη και σε γεροχούφταλα σαν και μένα.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί το δεύτερο τόμο της τριλογίας του Φίλιπ Πούλμαν που τιτλοφορείται His Dark Materials.
Σ’ αυτό συναντάμε τη Λύρα Μπελάκουα, που είχαμε πρωτογνωρίσει στο The Golden Compass, το οποίο επίσης παρουσιάσαμε πρόσφατα εδώ, σε ένα ακόμη ταξίδι γεμάτο δράση και ανατροπές, μικρές χαρές και μεγάλες λύπες. Άξιος συνοδοιπόρος σ’ αυτή τη νέα περιπέτεια στα σκοτεινά μονοπάτια των κόσμων είναι ο Γουίλ, ένα δωδεκάχρονο παιδί από την Οξφόρδη, που κατά λάθος γίνεται φονιάς.
Οι δυο τους θα μοιραστούν δύσκολες και οδυνηρές στιγμές, θα νιώσουν έντονα τα συναισθήματα του πόνου και της απώλειας, αλλά με νύχια και με δόντια θα αγωνιστούν ο καθένας για τους δικούς του στόχους, που στην πορεία αλλάζουν και συγκλίνουν.
Η μοίρα φαίνεται να τους οδηγεί σε καλά χαραγμένα μονοπάτια, που θα τους βγάλουν σ’ ένα άγνωστο μα αμετάκλητο προορισμό. Χωρίς καλά-καλά να το αντιλαμβάνονται, η Λύρα και ο Γουίλ είναι (στην περίπτωση της πρώτης) ή γίνονται (στην περίπτωση του δεύτερου) οι φορείς των μοναδικών όπλων που μπορούν να νικήσουν τις στρατιές του ουρανού στον πόλεμο που πλησιάζει. Ποια είναι τα όπλα αυτά; Το Αληθιόμετρο που από τον πρώτο τόμο κουβαλά μαζί της η Λύρα, και η Τελευταία Μάχαιρα (ελληνικά στο κείμενο), η οποία επιλέγει σα μεταφορέα και χειριστή της τον Γουίλ.
Και σ’ αυτό το βιβλίο ο Πούλμαν τα βάζει με την εκκλησία και τους κληρικούς (δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τα βιβλία του δέχτηκαν περισσότερα πυρά από εκείνα του Χάρι Πότερ), τους οποίους δε διστάζει να σκιαγραφήσει με τα πιο μελανά χρώματα. Σε κάποιο σημείο μάλιστα γράφει: «Αυτά κάνει η εκκλησία – και κάθε εκκλησία είναι η ίδια: ελέγχει, καταστρέφει, εξαλείφει κάθε καλό συναίσθημα...», ενώ κάνει αναφορά και στον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων των παιδιών.
Ο ανά χείρας τόμος είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και καθηλώνει τον αναγνώστη, που αρέσκεται να ταξιδεύει στους κόσμους τους οποίους χαράζουν τα ρυάκια της φαντασίας.