Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Η Λεύκη

Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα,
Σα μια φιγούρα εξωτική.
Και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
Μορφή βγαλμένη λες από ένα μύθο παλιό,
Αλλά καθόλου ξεχασμένο,
Ένα μύθο που της έδινε υπόσταση,
Που την έκανε αυτό που ήταν.
Της άρεσε, της άρεσε πολύ ο εαυτός της τής Λεύκης,
Της άρεσε επειδή ήταν αλλιώτικος,
Δοσμένος μέσα σ’ ένα όνειρο που οι άλλοι αδυνατούσαν να δουν,
Που δεν είχαν την ψυχή για να το ζήσουν.
Τόξερε...
Τόξερε πώς κάποιοι άνθρωποι πίσω από την πλάτη της
Την κορόιδευαν,
Τόξερε πώς την αποκαλούσαν τρελή,
Τρελή κι αλλοπαρμένη,
Αλλά, αυτό καθόλου δεν την ένοιαζα.
Τι ξέραν αυτοί;
Τι ξέραν αυτοί για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς τους δεν μπορούσε να δει το
Λευκό της Λεύκης.
Τους λυπόταν, πολύ.
Τους λυπόταν για το περιορισμένο της όρασης
Και της αντίληψής τους.
Τους λυπόταν για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
Που δεν εξυπηρετούσαν κανένα σκοπό.
Τους λυπόταν που ποτέ δε έβρισκαν το χρόνο
Να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους και ν’ ανακαλύψουν
Τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως;
Πώς να τους βοηθήσει να αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης;
Δεν μπορεί! Όχι στ’ αλήθεια.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει είναι
Να εξακολουθήσει να πορεύεται μόνη στην πλάση ετούτη,
Χαρίζοντας ζωής φως και μια παρηγοριά,
Σε όσους αληθινά τη χρειάζονται,
Στους κατατρεγμένους του κόσμου όλου,
Στους στρατιώτες πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
Στα παιδιά που γεννήθηκαν σ’ ένα άθλιο κόσμο
Και που δεν ελπίζουν σε καμία σωτηρία.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η Λεύκη.
Μέχρι, που κάποια μέρα, η μαυρίλα των νέων καιρών
Θα την καταβάλει.
Κι η ομορφιά, κι αυτή πια θα ’χει πεθάνει...
Για μια ακόμη φορά "περσινά ξινά σταφύλια", όπως μου αρέσει να λέω. Η φωτογραφία κλεμμένη από δω...
Δημοσίευση σχολίου