Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα ΙΙ)


Ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο που γράφω τώρα.

Έκαναν επιτέλους έρωτα. Και την εξέπληξε ευχάριστα. παρά τα χρονάκια του, όπως εκείνος επιμένει να λέει. Εντάξει, δεν ήταν και Αντρέας κιόλας, αλλά ήταν φλογερός, διέθετε μια τρυφεράδα κάπου στα βάθη του χρόνου ξεχασμένη. Ναι, με τον ένα πηδιότανε, με τον άλλο έκανε έρωτα. Διαφορά μεγάλη. Τώρα κάθεται μόνη, μα χαρούμενη πολύ, στο λουσμένο με τα αδύναμα φώτα του δρόμου σαλόνι της και αναλογίζεται αυτά που πέρασαν, αυτά που πρόκειται να ’ρθουν. Το νερό μπήκε αβίαστα στ’ αυλάκι που του χάραξε και πήρε αρμονικά να κυλά. Όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Χαμογελά στον εαυτό της και, θα τα έχεις όλα, μοιάζει να του λέει. Θα τα έχει όλα. Έναν άντρα που θα την αγαπά και θα τη φροντίζει, όπως της πρέπει, αλλά θα πάρει και την εκδίκησή της απ’ τον άλλο. Φτάνει να είναι προσεκτική πολύ. Φτάνει μη διακρίνει κανείς τι κρύβεται πίσω απ’ το τοίχος των ματιών της. Είναι ξύπνιος ο Αντώνης, προσέχει πολλά, λίγα λέει. Φοβάται μήπως διαβάσει ανάμεσα απ’ τις λέξεις της, μήπως και αφουγκραστεί τις οδυνηρές αλήθειες, που κρύβουν οι σιωπές της. Αλλά, όχι. Όλα θα πάνε καλά. Με τη βοήθεια της Δανάης, φυσικά, που θέλοντας και μη -μάλλον θέλοντας, αφού δεν ξέρει τι μέλλει γενέσθαι- έγινε και πάλι η κολλητή, η αυτοκόλλητή της. Ξέρει αυτή τα κουμπιά των ανθρώπων, περηφανεύεται η Βασιλική. τα ξέρει και τα πατά και τα γυρίζει, όπως και όποτε πρέπει. Θυμάται κι αυτή απόψε τα παλιά, τα θυμάται δίχως τύψεις, χωρίς ενοχές. Θυμάται τον πρώτο της άντρα, εκείνον που παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να θάψει δυο χρόνια μετά. εκείνον που τύλιξε στα δίχτυά της σαν επιδέξια αράχνη, εκείνον που ξεζούμισε σαν φρούτο, για να τον πετάξει στα σκουπίδια μετά. Όλα της τα έδωσε. Όλα. Ακόμη κι εκείνο που έλεγε ότι δεν θα μπορούσε να της χαρίσει ποτέ. ασφάλεια. Δούλευε μέρα και νύχτα για να την κάνει ευτυχισμένη, για να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Αλλά κάποτε στέρεψε, κάποτε τη βαρέθηκε, κι αντί να τη φτύσει αυτός, τον έφτυσε εκείνη, λέγοντάς του ότι δεν είναι άντρας, ότι είναι παλικαράκι της οκάς. Τον έβριζε άσκημα, τον υποτιμούσε μπροστά στους άλλους, σε κάθε ευκαιρία. Τον έφερε στα άκρα και την κτύπησε. Τον έφερε στα άκρα και τον σκότωσε, δίχως ν’ αφήσει ίχνη. Και μετά μεταμορφώθηκε σε μια οχιά πενθούσα, σε μια γυναίκα-θρήνο. Σαν πέρασε λίγο ο καιρός μετακόμισε, και με τα λεφτά που της άφησε εκείνος, απέκτησε και πάλι ζωή. μια ζωή δίχως έγνοιες, για πάντα εξασφαλισμένη. Για τα επόμενα λίγα χρόνια απλά έπαιζε με τους άντρες. Έφτιαχνε σχέσεις εφήμερες κι αποκτούσε εραστές της μιας χρήσης, που σαν προφυλακτικά μετά, πετούσε επιδεικτικά στα σκουπίδια. Μέχρι που γνώρισε τον Αντρέα. Αυτός είναι ο άντρας μου, αποφάσισε. Και τον έκανε δικό της. Αλλά, όχι απόλυτα. Κι αυτό ποτέ δεν του το συγχώρεσε. Κι αυτό είναι που σήμερα την εξαγριώνει πιο πολύ. Πώς μπόρεσε; Πώς μπόρεσε αυτό το ανθρωπάκι να της αντισταθεί; Πώς τόλμησε να την εγκαταλείψει; Αυτήν δεν την παράτησε ποτέ, κανένας. της είναι αδιανόητο ν’ αφήσει την προδοσία του ατιμώρητη. Λυπάμαι, Αντρέα, ψιθυρίζει στις σκιές και στο ημίφως. λυπάμαι, αλλά γι’ αυτό που μου έκανες πρέπει να πληρώσεις. Όχι, η ετυμηγορία της είναι απόλυτη. Κανένα ελαφρυντικό δεν του βρίσκει. Τι κι αν το παιδί του πεθαίνει. τι την νοιάζει αυτή; Μια σκύλα είν’ η ζωή, σαν και μένα, σκέφτεται φωναχτά κι αρχίζει να γελά δυνατά, ασυγκράτητα. Πολύ μεγάλο θ’ αποδειχτεί το νέο κόλπο της, το πιο μεγάλο. Με λίγες κινήσεις προσεκτικές θα τ’ ανατρέψει όλα. Κι αν τα πράγματα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο -που δεν μπορεί, θα πάνε- απ’ τα συντρίμμια της νέας ζωής που θα προκύψει μόνο αυτή θα βγει αλώβητη. αλώβητη κι ευτυχισμένη. Πολύ κοντά είναι το αύριο και για πρώτη φορά το ατενίζει με τόση αισιοδοξία. Είσαι παντοδύναμη, είσαι θεά, συγχαίρει τον εαυτό της και το δωμάτιο ζωγραφίζει η ευδαιμονία.

Η εικόνα κλεμμένη από εδώ
Δημοσίευση σχολίου