Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2009

Η μέρα που θα τολμούσε

Όπως σας είχα υποσχεθεί χθες σήμερα ανεβάζω μία ακόμη από τις Εγκληματικά Ασύστολες ιστορίες μου. Καλή σας... όρεξη!

Επιτέλους, έφθασε! Η μέρα που πάντα ονειρευόταν. Η μέρα η μαγική που από νέος πολύ κρυφά λαχταρούσε. Η μέρα που θα ξεπερνούσε όλα τα όρια, που θα παραβίαζε όλους τους κανόνες. Η μέρα που θα τολμούσε. Που θα γινόταν ένας μικρός, μα όχι αδύναμος θεός. Τώρα είναι έτοιμος. Απόλυτα. Το ξέρει. Το νιώθει βαθιά μέσα του. Αληθινά. Είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του όλα τα ψευδεπίγραφα όρια του πρέπει, να γευτεί με όλες του τις αισθήσεις τους γλυκούς απαγορευμένους καρπούς της πιο απόλυτης εξουσίας. Της εξουσίας που κόπιασε, που ίδρωσε πολύ για ν’ αποκτήσει. Αυτής που θα χειριστεί για πρώτη φορά ετούτη την αφόρητα κρύα και σκοτεινή νύχτα του χειμώνα.
Κάθεται μόνος, σιωπηλός και σκεφτικός, στο γραφείο και μελετά στο μυαλό του πολύ προσεκτικά, σχεδόν επιτακτικά, την κάθε μία απ’ τις πολλές όμοιες και διαφορετικές παραμέτρους του σχεδίου του. Σκέφτεται σε βάθος όλα τα αν και τις ανατροπές που πιθανόν να προκύψουν. Ζωγραφίζει με τα μέσα του μάτια την τελική πράξη κι η αδρεναλίνη του ανεβαίνει στα ύψη, καταναλώνει το είναι του όλο.
Ανυπομονεί πολύ. Όσο πλησιάζει η ορισμένη ώρα, η ώρα της δικής του αλήθειας, όλο και περισσότερο. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να δειλιάσει. Καμία! Θα κάνει το όνειρο που κυνηγά, εκείνο που τον κατατρέχει, πραγματικότητα. Θα γίνει για μια στιγμή και για πάντα παντοδύναμος. Όλα θα πάνε ρολόι. Θα πάρει την εκδίκησή του. Δε θα είναι άμεση, αλλά θα είναι εκδίκηση. Θα εκδικηθεί μια γυναίκα που τον πλήγωσε πολύ, που τον χάραξε ανεξίτηλα, στο πρόσωπο κάποιας άλλης. Οφθαλμού αντί οφθαλμού, κι οδόντα αντί οδόντος. Αλλά, όχι έτσι ακριβώς. Θα σκοτώσει μια πόρνη για να διαγράψει από μέσα του, για να σβήσει, το σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη που του χάρισε κάποια συνάδελφός της, σ’ ένα αόριστο τώρα, μακρινό παρελθόν – ένα παρελθόν που δεν μπορεί καν να τοποθετήσει χρονολογικά μέσα στις αναμνήσεις του. Αυτό είναι το σχέδιό του. να της χαρακώσει αμείλικτα το σώμα, να της το στραγγίξει από αίμα, να την εξευτελίσει. Και ύστερα να τη σκοτώσει. Για να νιώσει κι αυτός, επιτέλους, σαν ένας μικρός μισερός θεός.
Στις δέκα ακριβώς ακούει κάποιον να χτυπάει το κουδούνι στο ρετιρέ της καταξιωμένης του, πλην μίζερης, ζωής. Ανοίγει την πόρτα σε μια ψηλή, καθ’ όλα εντυπωσιακή, γυναίκα που φοράει ξανθιά περούκα και φακούς επαφής, που δίνουν στα μάτια της το χρώμα μια πράσινης βαθιάς θάλασσας. Την κοιτά για μια στιγμή έκθαμβος, σιωπηλός, και μετά την προσκαλεί μέσα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη.
Πλήρωσε προκαταβολικά για να την έχει μαζί του ολόκληρο το βράδυ και καθώς του περισσεύει ο χρόνος, καθόλου δε βιάζεται.
Της προσφέρει ένα ποτό. Το δέχεται. Μιλάνε για λίγο. Λέει εκκωφαντικά ψέματα ο ένας στον άλλο, αγγίζονται δήθεν τυχαία κι αθώα, γελούν και χαμογελούν, κι η ώρα γλυκά περνά. Το παιχνίδι συνεχίζεται. Το ένα ποτό απαιτεί ένα ακόμη, τα δύο γίνονται τρία, τα τρία στροβιλίζονται στην αγκαλιά του τέταρτου και πάει λέγοντας, κι αυτός κάποια στιγμή αρχίζει ν’ απορεί. Ν’ απορεί με τον εαυτό του. Ν’ απορεί που απολαμβάνει τόσο πολύ τη συντροφιά μιας πόρνης, κάποιας που σχεδιάζει να σκοτώσει. Ναι, εντάξει, αυτό το βλέπει πολύ καθαρά, παρά το θολωμένο του μυαλό, είναι όλη ένα ψέμα μεγάλο, ένα αίσχος, αλλά... για δες πόσο όμορφα χαμογελά! Για δες πόσο γλυκιά γίνεται με το δικό της παράξενο κι επαγγελματικά απόμακρο τρόπο!
Η οργή και η λαχτάρα, η τρυφερότητα και το μίσος, ο πόθος κι ο φόβος, αλλάζουν συνεχώς θέσεις στον ασυνάρτητο χάρτη του μέσα του. Θέλει να τη σκοτώσει. Θέλει να τη σκοτώσει εδώ και τώρα. Αλλά, δεν μπορεί. Όχι ακόμη. Του αρέσει ασυγχώρητα πολύ η παρέα της. Του αρέσει που τη νύχτα αυτή, της ζωής του την πιο σημαντική, είναι εκείνη η δούλα και η ερωμένη του, κάποια που ολοκληρωτικά του ανήκει. Θέλει να κάνει έρωτα μαζί της, όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο – άγριο έρωτα. Θέλει να πραγματοποιήσει, τη στιγμή ετούτη που την έχει κοντά του ακόμη, ζωντανή, όλες του τις φαντασιώσεις. Θέλει να μάθει πόσο βρώμικο στ’ αλήθεια είναι το βρώμικο σεξ. Θέλει να γευτεί κάποιες σταγόνες μαζοχιστικής απόλαυσης. Της το λέει. Εκείνη συγκατανεύει μ’ ένα αδιάφορο βλέμμα. Είναι μαθημένο το βουνό στα χιόνια. Αλλά, τα μάτια της τρεμοπαίζουν. Μοιάζουν λες να διαπερνάνε το φράγμα των δικών του και να κοιτάνε την ψυχή του γυμνή. Φοβάται! Προσπαθεί απεγνωσμένα να το κρύψει, να μην τον αφήσει να το καταλάβει, αλλά φοβάται. Λες; Λες να μάντεψε τι την περιμένει; Μάλλον όχι, αλλά δεν μπορεί να το διακινδυνεύσει. Δεν μπορεί να το επιτρέψει αυτό. Αν καταλάβει τι ετοιμάζει για κείνη θα χάσει λίγη απ’ τη χαρά, απ’ την ικανοποίηση που τον περιμένει. Πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να διασκεδάσει τους φόβους της. Πρέπει όλα να πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Τότε, και μόνο τότε, η εκδίκηση θα είναι γλυκιά.
Πηγαίνουν παραπατώντας κι οι δύο απ’ τη γλυκιά μέθη, που μοιάζει να τους έχει καταβάλει, στην κρεβατοκάμαρα. Βάζει στο στερεοφωνικό να παίζει ένα παλιό ξένο τραγούδι και της ζητά ν’ αρχίσει να γδύνεται αργά, ακολουθώντας τους νωχελικούς του ρυθμούς. Τον υπακούει και καθώς χορεύει, σιγά-σιγά παίρνει να ξεχνά ολότελα τους φόβους και τις αναστολές της, μοιάζει να γίνεται αυτή που εκείνος τη θέλει να γίνει. Όλα, τελικά, θα πάνε καλά, σκέφτεται μ’ ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη, καθώς είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και την παρακολουθεί. Τη συμπαθεί τη μικρή. Τη συμπαθεί ασυνήθιστα πολύ. Αλλά, αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Θα τη σκοτώσει. Για να τη σώσει. Για να τη σώσει απ’ την άθλια ζήση της. Για να τη βγάλει απ’ το βούρκο. Και για να σωθεί κι ο ίδιος απ’ τους εφιάλτες που τον τυραννάνε μια ολόκληρη ζωή.
Της επιτρέπει, δίχως φόβο, χωρίς ενδοιασμούς, να τον δέσει χειροπόδαρα στο κρεβάτι, ακριβώς όπως επιβάλλουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Πρώτα έρχεται η απόλαυση και ύστερα η απόλυτη ευδαιμονία, σκέφτεται. Νιώθει λάβα καυτή την ανάσα της καθώς του φιλάει τ’ αυτί και του δαγκώνει το λαιμό, και προχωράει έμπειρα και έμπυρα και μεθοδικά προς τα κάτω. Κλείνει τα μάτια κι αφήνεται ολοκληρωτικά στην απόλυτη αίσθηση ευδαιμονίας, με την οποία τον φιλοδωρούν τα χάδια και τα φιλιά της. Νιώθει, τι παράξενο, ευτυχισμένος! Το κορμί του ολάκερο φωνάζει ότι είναι ευτυχισμένος... Το ταξίδι των χειλιών της στο παλλόμενο, παραλοϊσμένο, κορμί του συνεχίζεται. Ναι... σκέφτεται... Ναι... Ναι... Ωχ, όχι! Όχι, κραυγάζει φοβισμένος, αγριεμένος. Όχι...
Τον βρίσκει νεκρό στο κρεβάτι τους η γυναίκα του την επόμενη μέρα, επιστρέφοντας από ένα τριήμερο διακοπών. Τα γεννητικά του όργανα μοιάζουν να έχουν αποκοπεί με βία περισσή απ’ το κορμί, ενώ μια χαρακιά από μαχαίρι, ή ίσως κι από ξυράφι, διατρέχει από πάνω ως κάτω, λες σαν θεού αιμάτινη οργή, ολόκληρο το στήθος.


Δημοσίευση σχολίου