Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα)

Αποφάσισα ότι ο πιο πάνω θα είναι τελικά ο τίτλος του βιβλίου που γράφω τώρα, αφού μιλά καλύτερα για το περιεχόμενό του από το "Δυο φωνές και μια σιωπή." Πιο κάτω μπορείτε να διαβάσετε ένα από από τα νέα κεφάλαια.

«Τον συνάντησες, λοιπόν, ξανά!» Δεν ρωτάει, το λέει με θαυμασμό η Δανάη. «Και;»
«Και, τι; Όλα πήγαν μια χαρά. Εντάξει, δεν πηδηχτήκαμε κιόλας, αλλά όσο ντεμοντέ κι αν ακούγεται αυτό στις μέρες, κι αυτό το πρώτο φιλί αξίζει κάτι.»
«Σε ζηλεύω.»
«Έλα, τώρα. Θα βρεις σίγουρα κι εσύ κάποιον. Πάντα βρίσκεις.»
«Α, δεν είναι γι’ αυτό που σε ζηλεύω. Πώς θα βρω κάποιον θα τον βρω. το θέμα είναι να μη πάω απ’ το κακό στο χειρότερο. Εσένα σε ζηλεύω, επειδή πήγες στο καλύτερο.»
Δεν απάντησε η Βασιλική. Τι να της πει, άλλωστε; Είναι διάχυτη ακόμη η αμηχανία ανάμεσά τους. Δεν πάνε παρά λίγες μέρες από τότε που εκείνη άρχισε ν’ απαντά σιγά-σιγά στα τηλεφωνήματά της, πέρασε μόλις μια βδομάδα απ’ την πρώτη φορά που συναντήθηκαν ξανά. Τώρα την θέλει εκεί. να της μιλά, να την ακούει, να γίνει η καλύτερή της φίλη, όπως ήταν παλιά – κι η μοναδική. Την θέλει, όχι επειδή την θέλει, αλλά γιατί τη χρειάζεται. για να φέρει σε πέρας το σχέδιό της. Την κοιτά και χαμογελά με ζεστασιά. όχι προσποιητή, αλλά αληθινή. Όπως χαμογελά η μάνα στο άτακτο παιδί της, ο αξιωματικός στο άβουλο πιόνι του. Ω, ναι, πήρε τα πάνω της πια. Σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια, με στρατηγική αξεπέραστη, την πορεία που θ’ ακολουθήσει από δω και πέρα η ζωή της. Όλα θα γίνουν, όπως τα θέλει. ο Αντρέας πολύ θα πονέσει και πάλι, ο Αντώνης θα παραδοθεί. Κι όλ’ αυτά με τη βοήθεια της ανίδεης φίλης της.
«Μου έλειψες, ξέρεις,» της λέει. Της χαρίζει ψίχουλα αγάπης, ώστε όταν έρθει η προκαθορισμένη ώρα, να πάρει ό,τι χρειάζεται απ’ αυτήν.
«Κι εμένα μου έλειψες, βλαμμένο,» απάντησε χαμογελώντας μ’ ένα μικρό παράπονο εκείνη.
Δεν μίλησαν ακόμη για το καυγά τους, για εκείνη την κωμωδία που στάθηκε η αφορμή ν’ απομακρυνθούν τόσο η μια από την άλλη. Είπαν ν’ αφήσουν το χθες στο σεντούκι του και να δουν τι μπορούν στ’ αλήθεια να κάνουν για το σήμερα και το αύριό τους, αλλά...
«Συγνώμη, που ήμουν τόσο σκύλα,» απολογήθηκε ξάφνου η Δανάη.
«Μα, τι λες; Αφού εγώ έφταιγα για όλα,» απάντησε μελιστάλαχτα εκείνη. «Μου πήρε χρόνο να το καταλάβω, αλλά τελικά το κατάλαβα. Γι’ αυτό, άλλωστε, άρχισα να σε παίρνω από πίσω. Ήθελα για πρώτη φορά στη ζωή μου ν’ απολογηθώ για κάτι και να το εννοώ.»
Χάρηκε γι’ αυτό που άκουσε η γυναίκα. χάρηκε, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. Αλλαγμένη πολύ, αλλά και ίδια όπως παλιά, της φαίνεται η φίλη της. Μοιάζει και λειτουργεί γαλήνια, αλλά τα μάτια της δεν ξαποστάζουν στιγμή. σαν να έχει δύο εαυτούς: ένα ήρεμο, κατασταλαγμένο, κι ένα δεύτερο, ανήσυχο και σε υπερδιέγερση. Αλλά, ας είναι. Φτάνει που τώρα είναι εκεί. Φτάνει που είναι μαζί. Επιτέλους, έχει κάποιον με τον οποίο μπορεί να μιλά ξανά. Δύσκολες πολύ, αφόρητες, ήταν οι μέρες που πέρασε μέσα στην πλήρη απομόνωσή της. Όχι πώς κλεινόταν πεισματικά στο μέσα της, όχι αυτή. αλλά να, όσο κι αν προσπαθούσε να πιάσει τη ζωή απ’ τα κέρατα τόσο της ξέφευγε εκείνη. Της έβγαζε λες τη γλώσσα και κινούσε γι’ αλλού. Ενώ τώρα...
«Έλα απόψε. Να βγούμε μαζί. Να σε πάω να τον γνωρίσεις. Να μου πεις την άποψή σου. Ποιος ξέρει; Ίσως γνωρίσεις κι εσύ κάποιον εκεί...»
«Ω, σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση, καλή μου, αλλά θαρρώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν θέλω να είμαι μες στα πόδια σου.»
«Δεν θα είσαι. Εξάλλου, δεν μου το ζήτησες, εγώ σου είπα να ’ρθεις. Καιρός είναι ν’ αρχίσεις κι εσύ να βγαίνεις έξω, να βλέπεις κόσμο, να χαίρεσαι λίγο, να χαμογελάς.»
«Μα, βγαίνω έξω, αλλά...»
«Απόψε όλα θα είναι διαφορετικά. Έλα και θα το δεις. Στο υπόσχομαι.»
Την κοιτά απορημένη εκείνη. Δεν απαντά. Δεν ξέρει τι να απαντήσει. Εντάξει, ίσως κάπου ν’ άλλαξε η Βασιλική, αλλά αυτό πια είν’ απ’ τ’ ανήκουστα. Τόσο καιρό πού ήταν με τον Αντρέα, ποτέ δεν την κάλεσε να πάνε κάπου όλοι μαζί, τώρα τι...
«Μην το σκέφτεσαι, καλέ, απλά πες μου ότι θα έρθεις. Απλά πες μου, Ναι.»
«Ναι!» ψιθύρισε η καημένη η κοπέλα, που δίχως να το καταλάβει, με μια και μόνο λέξη, πήρε τη θέση που της ανήκε στη σκακιέρα του μέλλοντος της φίλης της.
«Τι να φορέσω; Δεν έχω ιδέα πώς ντύνονται εκεί.»
«Μην ανησυχείς καθόλου. Θα σου δανείσω κάποια δικά μου ρούχα. Θα τα φροντίσω όλα εγώ. Μια κούκλα θα σε κάνω. Όχι πώς δεν είσαι τώρα, αλλά απόψε θέλω να λάμπεις.»
Εγώ, να λάμπω; Απόρησε εκείνη από μέσα της. Αλλά, γιατί όχι; Γιατί να μην ζήσει κι αυτή για μια βραδιά, αυτό που αποκαλούνε Μεγάλη Ζωή; Αφού, έτσι κι αλλιώς, όλα ο αγαπητικός της φιλενάδας θα τα πληρώσει, οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
«Σ’ ευχαριστώ,» είπε με μάτια που έσταζαν ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ πολύ. Αυτό, να πω το κρίμα μου, ποτέ δεν το περίμενα από σένα.»
«Μην είσαι κουτό. Ας θες πες ότι είναι μια αποζημίωση για όλα τα δεινά που τράβηξες για μένα. Δέξου ετούτη την πρόσκληση σαν δώρο, αλλά και σαν απολογία. Ποτέ δεν ήθελα να σε πληγώσω, Δανάη,» κατέληξε, κι ένας λυγμός φάνηκε για μια στιγμή να της κόβει την ανάσα, να χαράζει στα μάτια της πληγές και να δακρύζει.
Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα βιαστικά η φίλη της, τρέχει κοντά της, την αγκαλιάζει, της ψιθυρίζει ευχαριστίες και συμπόνια. Είμαι πολύ καλή θεατρίνα τελικά, σκέφτεται εκείνη. αποδίδει τα εύσημα στον εαυτό της. Απόψε θα δώσει την πιο μεγάλη της παράσταση, την πιο σημαντική, μπροστά σε δυο θεατές μονάχα. Απόψε θ’ αντικρίσουν μια Βασιλική βγαλμένη από άλλη ιστορία: γιομάτη ζεστασιά, αγάπη, κέφι και ζωή, μια γυναίκα-καλοσύνη.
Καταπίνει δίχως δυσκολία τα τελευταία της δάκρυα, τιθασεύει τους λυγμούς. Σηκώνει το βλέμμα και κοιτά με μια αγάπη δίχως όρια εκείνα της φίλης της.
«Ας αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε,» της λέει. «Η νύχτα απόψε μας ανήκει.» Της αρέσει να χρησιμοποιεί τον πληθυντικό. μεταμορφώνει τους άλλους μεμιάς σε συνένοχούς της.

Η εικόνα κλέμμενη από εδώ


Δημοσίευση σχολίου