Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Ερωτοδίνη (Απόσπασμα ΙΙΙ)

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο που γράφω τώρα. Φοβάμαι ότι ούτε κι αυτό είναι ακριβώς αντιπροσωπευτικό, αφού η ιστορία κρύβει πολλές εκπλήξεις, αλλά σκέφτηκα να σας δώσω μία ακόμη "γεύση".

from: nikolasfevgatos@fatnail.com
to: ariadniclueless@fatnail.com

Καλημέρα, Αριάδνη.
Τι κάνεις, καλή μου; Όλα καλά; Το νησί; Είναι ακόμη εκεί και παραδέρνει στη μέση του πελάγου; Οι πολιτικοί μας, εξακολουθούν να έχουν τα ίδια χάλια; Εσύ, χαμογελάς πλατιά, όπως τότε πού πίναμε μαζί κρασί; Εξακολουθείς να είσαι Ρομαντική Πουτάνα, όπως αποκαλούσες τον εαυτό σου;
Εγώ, καλά είμαι. Πιο καλά και πιο χάλια από ποτέ. Πιο καλά γι’ αυτά που καθημερινά ζω, γι’ αυτά που μαθαίνω. πιο χάλια επειδή για πρώτη φορά στη ζωή μου έχω αμφιβολίες για τις δυνάμεις μου, δεν έχω την αυτοπεποίθηση που απαιτούν οι περιστάσεις, αλλά ούτε και το καθαρό μυαλό για ν’ αντεπεξέλθω σ’ αυτές.
Ναι, είναι που είμαι ερωτευμένος, τόσο πολύ, τόσο απόλυτα. αλλά, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και το ότι η ιστορία που ανέλαβα να πω είναι τόσο μεγάλη, τόσο πολύπλοκη και αληθινή, που μοιάζει ψεύτικη, κι έτσι κάπου νιώθω ανίκανος να την καταγράψω, χωρίς να της κλέψω κάτι, δίχως να την κάνω λίγο πιο φτωχή. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο σου γράφω. Για να γίνεις η αναγνώστριά μου, όπως παλιά, για να μου πεις τι πιστεύεις για όλ’ αυτά που περιγράφω, για να μου επισημάνεις τα σωστά και τα λάθη μου. Είσαι έξω από ετούτο το χορό, γι’ αυτό και εμπιστεύομαι την κρίση σου. Θυμάσαι που κάποτε σου είχα πει ότι στέρεψα, ότι δεν θα ξανάγραφα ποτέ. Να πού τώρα έχω τόσες πολλές ιστορίες να πω, που με αρκούν για δυο ζωές.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Βελιγράδι. Δίπλα μου, στο κρεβάτι, κοιμάται ατάραχη η Νάζια, της ψυχής μου η γυναίκα. Νιώθω τόσο τυχερός, που τη γνώρισα. Νιώθω κι άτυχος, επειδή έπρεπε να χάσω τη Μάγια για να γνωρίσω αυτή. Έτσι είν’ η ζωή. γι’ αλλού κινούμε, αλλού μας πάει. Αλλά, δεν πειράζει, ξέρει καλύτερα αυτή.
Αλήθεια, η Μάγια τι κάνει; Ελπίζω να είναι καλά, ελπίζω να συνεχίζει να χαμογελά αμόλυντα, όπως άλλοτε. Είναι τυχερή που σε έχει δίπλα της, όπως κι εσύ που έχεις κοντά σου εκείνη. Οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος είσαστε, ξέρεις. Μαζί, ενωμένες, δημιουργείτε την τέλεια γυναίκα – αν υπάρχει, τελικά, αυτό που αποκαλούμε τέλειο. Ωστόσο, δεν αντέχω θα το πω, νομίζω ότι κάτι μού κρύβετε. Πολλές σιωπές πλανιόνται κάποτε στον αέρα όταν μιλάμε στο τηλέφωνο, ενώ άλλοτε ακούγονται παράταιρα γέλια. Ποιο είναι το μυστικό; Θέλω να μάθω. Βρήκε κάποιον άλλο η Μάγια; Αν είναι αυτό, να της πεις ότι χαίρομαι, στ’ αλήθεια, για κείνη. Χαίρομαι για τη χαρά της.
Όσο για μένα, τι να σου πω; Νιώθω κλέφτης. κλέφτης ξένων ζωών. Κι ας μου τις χαρίζουν αμάσητες, στο πιάτο. Όσο κλέφτης νιώθω, όμως, είμαι και άλλο τόσο τυχερός, καθώς οι άνθρωποι που γνώρισα, οι τωρινοί μου φίλοι, αγαπιούνται αληθινά, κι όχι μέσα απ’ τις οθόνες των κινητών τους. Ξέρεις τι σκέφτομαι τώρα και πικρά χαμογελώ; Ότι μια σειρά από Αν είν’ η ζωή μου. Αν δεν γνώριζα τη Μάγια... Αν δεν την ερωτευόμουν τόσο... Αν δεν απογοητεύουν τόσο... Αν δεν έφευγα απ’ την Κύπρο... Αν... Αν... Αν...
Όλα αυτά τα Αν μου χάραξαν πορεία. Δίχως τον πόνο δεν υπάρχει η λύτρωση, αν δεν πέσεις δεν θα σηκωθείς, μέσα από την απελπισία γεννιέται η ελπίδα, και άλλες ατάκες. Ναι, ξέρω, χαμογελάς ειρωνικά τώρα. Μπορώ να δω το πρόσωπό σου μπροστά απ’ την οθόνη του υπολογιστή. Αλήθεια, πώς ένιωσες όταν πήρες από μένα, τον μονόχνοτο, μήνυμα στο κινητό; Πόσο θα ήθελα να σε έβλεπα εκείνη ακριβώς τη στιγμή! Σίγουρα δεν θα πίστευες στα μάτια σου. Ο Νικόλας πήρε κινητό; Αποκλείεται! Η αλήθεια είναι πώς δεν είναι δικό μου, είναι της Νάζια, αλλά -ποιος ξέρει;- ίσως και να πάρω καθώς. αλλάζω, ψυχή μου, σιγά-σιγά, όπως μπορώ, αλλά αλλάζω. Είναι που θέλω να πάψω να είμαι τόσο αντικοινωνικός, ή μάλλον μοναχικός πια, είναι που μέρα με τη μέρα μαθαίνω τη ζωή ξανά, είναι και που ανησυχώ για τη Νάζια, καθώς δουλεύει νύχτα και δεν μπορώ να κάθομαι κάθε βράδυ στο μπαράκι και να την περιμένω να σχολάσει.
Πάει αυτός, τον χάσαμε, θα σκέφτεσαι, ε; Όχι, δεν με χάσατε. Απλά είναι που πήρα ν’ ανακαλύπτω τον εαυτό μου ξανά και δεν θέλω πια να κρατώ τίποτα μέσα μου. Όσο κι αν εξακολουθώ να είμαι γαλήνια ανήσυχος, όπως άλλοτε, τώρα θέλω να λέω αυτό που νιώθω, όταν το νιώθω, όπως μου έρχεται, ακόμη κι αν κάνω λάθος, επειδή η ζωή πολλές φορές αποδεικνύεται πολύ μικρή και δεν θέλω ν’ αφήσω πίσω μου αξόφλητους λογαριασμούς. Θέλω να σταματήσω πλέον -κι η αλήθεια είναι ότι σταμάτησα ήδη- να γράφω ανεπίδοτες επιστολές. Ένα σωρό έχω μαζεμένες, σε φακέλους σφραγισμένους, στο γραφείο μου στο χωριό. Γράμματα που έγραψα σε σένα, στη Μάγια, στη Μαρία που τόσο νωρίς μας έφυγε, στην Ελένη, στη... στην... στη... Της ζωής μου οι μεγάλες οι στιγμές και τα μαγικά ονόματα.
Το μόνο πράγμα που θέλω να κάνω τώρα, Αριάδνη, είναι ν’ αρπάξω τη ζωή απ’ τα κέρατα, όπως λέει κι ο Γιώργος. Θέλω να ζήσω έντονα, δίχως να παραμελώ τους γύρω μου, όπως έκανα πάντα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό.
Θυμάσαι; Θυμάσαι τότε που καθόμασταν και μιλούσαμε σε μιαν αυλή φθινοπωρινή; Θυμάσαι τι μου είπες; Το μόνο που ζητώ είναι κάποιον που να με ανέχεται. Αυτά ήταν τα λόγια σου. Κι εγώ, αυτό ακριβώς ζητούσα, και το βρήκα απροσδόκητα στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας, αυτής της μικρής, που είναι δέκα χρόνια πιο νέα από μένα, και είκοσι χρόνια πιο έμπειρη. Τι κι αν ήταν πόρνη; Δεν το θέλησε, οι συνθήκες της το επέβαλαν. Αλλά και δική της να ήταν η επιλογή, δεν θα την αγαπούσα λιγότερο. Όχι, μόνο επειδή με ανέχεται, αλλά κι επειδή με δέχεται. για την έμπυρη νιότη της και την καθαρότητα των ματιών της. για τον τρόπο που ζει την καθημέρα. Σαν ρυάκι είναι που κυλάει ατάραχο ανάμεσα σε παραμυθένιες κοιλάδες και σαν λάβα που πυρπολεί το μέσα μου.
Ό,τι έχω να πω γι’ αυτή και για τους νέους μου φίλους θα το βρεις στο χειρόγραφο που εσωκλείω. Είναι ημιτελές και θαρρώ πολύ θα με βασανίσει ακόμη. Τώρα κοιμάμαι όποτε μπορώ, όσο μπορώ, και γράφω όταν μου το επιτρέπει ο χρόνος. Εξάλλου ετούτη η ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμη. Ήρθαμε εδώ για να ζήσουμε μαζί και να γράψουμε τα τελευταία κεφάλαια. Ίσως και για να συμπληρώσουμε κάποιες μικρές λεπτομέρειες, που χάθηκαν στ’ αχνάρια του χρόνου.
Θα περιμένω με αγωνία την απάντησή σου. Ανυπομονώ ν’ ακούσω τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σου -κι ας περιέχουν και μια δόση ειρωνείας- αλλά και να μάθω τα νέα σας. Όσο για τ’ άλλα που σε ρωτώ στην αρχή, άστα να πάνε. τα νέα για το νησί εννοώ. Θέλοντας και μη όλα τα μαθαίνω, τα πιο σημαντικά δηλαδή, απ’ τις εφημερίδες. Ειδήσεις στην τηλεόραση δεν παρακολουθώ πια καθόλου. Προτιμώ να πεθάνω σ’ ένα δυστύχημα ή απ’ το πολλή πιοτό, παρά από οργή και αηδία.
Σε λίγο ξημερώνει, κι εγώ όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι, καθώς πάσχιζα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις και τις πράξεις άλλων ανθρώπων, να συνθέσω της ζωής τους το παζλ, δίχως να αδικήσω όλ’ αυτά που πέρασαν και που περνούν ακόμη.
Θα πάω τώρα να ξαπλώσω για λίγο δίπλα στη Νάντια, να κλέψω λίγο απ’ το φως που πήρε να λούζει το πρόσωπό της καθώς ο ήλιος ανατέλλει ξανά. Δεν θα κοιμηθώ. Είμαι σε υπερένταση, μα δεν προλαβαίνω κιόλας. Σήμερα θα γίνουν πολλά. Σήμερα θα δω και θα μάθω πολλά. Ελπίζω ν’ αντέξω το βάρος. Όχι, ψέματα λέω, δεν ανησυχώ καθόλου. θα το αντέξω. Σίγουρα θα το αντέξω, αφού έχω στο πλάι μου αυτή τη γυναίκα.
Να μου προσέχετε.

Σας φιλώ,

Ο Νικόλας σας

Η εικόνα είναι κλεμμένη από εδώ


Δημοσίευση σχολίου