Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Η απολογία της Μήδειας

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά πίστευα ότι είχα ανεβάσει εδώ αυτό το κείμενο, κάτι όμως το οποίο δεν έκανα. Από τη στιγμή, όμως, που κυκλοφορεί σε διάφορα φόρουμ και συζητιέται (χωρίς να ξέρω τι λένε, μια και δεν είμαι μέλος) θεώρησα ότι έφτασε η στιγμή να σας "χαρίσω" τη δική μου εκδοχή του μύθου της Μήδειας, που γράφτηκε αρχικά υπό τη μορφή θεατρικού μονόλογου πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Δεν είναι ακόμη στην τελική της μορφή, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς αυτή είναι με τον τρόπο της ανατρεπτική - ακόμη και βλάσφημη θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς. Περιμένω μ' ενδιαφέρον τις αντιδράσεις και τις επισημάνσεις σας. Ίσως με βοηθήσουν να αποδώσω καλύτερα στην τελική γραφή του κειμένου.

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μονάχα για να υποφέρουν. Ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαι κι εγώ, η Μήδεια, αλλά θα απείχε πολύ απ’ την αλήθεια. Όσοι από σας, περιμένουν να διαβάσουν εδώ, πως μια γυναίκα απολογείται, πως ταπεινώνεται, μάλλον θ’ απογοητευθούν. Όσο τραγική φιγούρα κι αν φαντάζω στα μάτια σας, τόσο τραγική φιγούρα δεν είμαι - ο Προμηθέας μάλιστα, αυτός υπήρξε τραγικός, ο πιο τραγικός. Όχι, λοιπόν, εγώ δεν γράφω για να απολογηθώ, απλά θέλω να πω την αλήθεια, εκείνη που δεν κατέγραψαν, αλλά μονάχα διαστρέβλωσαν οι αρχαίοι τραγωδοί, κάνοντάς με την πιο μισητή γυναίκα στον κόσμο. Τον κόσμο, ξέρετε, το δημιούργησαν οι γυναίκες. Οι άντρες, απλά αρκέστηκαν στο να γράψουν την ιστορία του καταπώς τους άρεσε, και να τα χάλια μας. Πω πω, σάς έχω ταράξει λίγο, ε; Μη βιάζεστε, αυτό έχω μόνο να σας πω. Πολλά θα διαβάσετε ακόμη. Πολλά και τρελά, θα έλεγαν κάποιοι. Αλλά, τα όρια της λογικής με την τρέλα είναι πολύ λεπτά, δυσδιάκριτα, όπως και κείνα μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος. Γι’ αυτό άλλωστε, για αιώνες τώρα σάς δίδασκαν τη λάθος ιστορία. Πάντως, σάς προειδοποιώ, όσο κρατά η απολογία μου, ίσως μερικές φορές να σας προκαλέσω οργή και αγανάκτηση, ίσως κάποιες άλλες να σας κάνω να γελάσετε, πολλές φορές θα σας αναγκάσω να σκεφθείτε πως είμαι βλάσφημη. Ακούω ήδη να τρίζουν τα κόκαλα των προγόνων σας.

Αλλά, ας μην προστρέχω. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λίγο πολύ η ιστορία μου στη χώρα της Κολχίδος είναι γνωστή, και δίχως πολλές παραποιήσεις από τα χέρια και τη φαντασία των διαφόρων ανιστόρητων ιστορικών, αν και η αντιμετώπιση που είχα από τους διάφορους γραφιάδες, μάλλον με αδικεί. Ήμουνα όντως η ιέρεια της τρομερής Θεάς Εκάτης και γι’ αυτό πανίσχυρη. Μόνο εγώ, ανάμεσα σε όλες τις θνητές, μπορούσα να μιλήσω μαζί της, να της ζητήσω κάτι, να κατευνάσω το θυμό της, και γι’ αυτό οι άνθρωποι με σέβονταν, με αγαπούσαν, με μισούσαν, πολλοί μάλιστα με φοβούνταν. Κανείς δεν τολμούσε να με πλησιάσει δίχως δεύτερη σκέψη, αφού ήμουν ένας ζωντανός μύθος, η πιο τρομερή μάγισσα που υπήρχε τότε στον γνωστό κόσμο. Στο γνωστό τους κόσμο, θα έπρεπε να πω, αφού κάπου πολύ μακριά, στη χώρα της Αιγύπτου, η μαγεία ανθούσε. Ήμουν όμορφη, όμορφη πολύ, ένας πειρασμός γλυκός, αλλά πολύ επικίνδυνος για τα λάγνα βλέμματα και τα ανείπωτα όνειρα των αντρών, αλλά και των γυναικών. Ο μύθος με θέλει να είμαι αμόλυντη, όμως ο μύθος δεν είναι παρά ένας μύθος, το λέει κι η λέξη. Κάθε άλλο παρά αμόλυντη ήμουνα. Δε θυμάμαι καν πόσοι άντρες και γυναίκες γεύτηκαν τις χάρες μου και μου χάρισαν τις δικές τους. Όποιον ήθελα τον αποκτούσα, κανείς δεν μπορούσε να με αρνηθεί. Γεύονταν μαζί μου τις ηδονές και μετά ξεχνούσαν, τίποτα πιο εύκολο για μένα απ’ το να τους χαρίζω τη λήθη…

Χρόνια πολλά υπηρέτησα πιστά την τριπλή Θεά, για χρόνια πολλά γευόμουνα αμέτρητα κορμιά, την ομορφιά και τους παλμούς της φύσης. Α, ναι, είναι και το Χρυσόμαλλο Δέρας… Τέρας, μάλλον. Εγώ το δημιούργησα, ξέρετε, οι υπόλοιποι φρόντισαν να διαδοθεί ο μύθος που μέχρι σήμερα παραμένει ζωντανός, αν και ψεύτικος, όπως πολλά σημεία αυτής της ιστορίας άλλωστε. Βλέπετε, την ιστορία, όπως είπα και πιο πάνω, τη γράφουν οι άντρες, κι αυτοί φροντίζουν με κάθε ευκαιρία να μειώνουν τις γυναίκες σαν χαρακτήρες και να τις ανυψώνουν σαν στοιχεία ομορφιάς, σαν αντικείμενα, σαν διακοσμητικά. Δέστε τι έκαναν με την κακόμοιρη την Ελένη. Αγάπησε η καημένη έναν άντρα κι έφυγε μαζί του. Κι οι άλλοι δήθεν οργάνωσαν ολόκληρο Τρωικό Πόλεμο για να την πάρουν πίσω. Ποια; Την Ελένη. Ποιοι; Εκείνοι, που πιότερο προτιμούσαν να συνευρίσκονται μεταξύ τους, παρά με γυναίκες. Κι ο παππούλης ο Όμηρος σαν κάθε συνεπές σερνικό ανέλαβε να γράψει τη λάθος ιστορία, που μιλούσε για ένα φουστάνι, κι όχι για εμπορικά συμφέροντα και επίδειξη ισχύος. Αλλά, ας αφήσουμε την Ελένη στο μνήμα που της έχουν τόσο περίτεχνα φτιάξει. Πίσω στο Χρυσόμαλλο Δέρας. Ένα δέρμα χωρίς καμιά απολύτως αξία, αλλά ένα σύμβολο για την Κολχίδα. Ο κάθε άρχοντας όφειλε τότε να κυβερνά το λαό του λέγοντάς του παραμύθια, το ίδιο έκανε κι ο πατέρας μου ο Αιήτης. Άρχοντας με τα όλα του, κτυπούσε τα ρέστα του στη μυθοπλασία, αν και νοημοσύνη δε διέθετε και πολλή. Το ίδιο θαρρώ συμβαίνει και σήμερα με τους κυβερνώντες, έτσι; Ο πατέρας μου, που λέτε, ανέθεσε σε μένα και σ’ ένα δήθεν τρομερό φίδι φύλακα να φυλάμε το Δέρας. Ε, καλά, αυτό δα δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Απλά διαδώσαμε το μύθο του φοβερού φύλακα και της Παρθένας Κόρης που συνομιλεί με την Εκάτη και ξοφλήσαμε. Είχαμε να κάνουμε με κουτορνίθια και όλοι χάψανε το παραμύθι. Εγώ, λοιπόν, έκανα ό,τι ήθελα ευτυχισμένη μέσα στο μύθο που με περιέβαλλε και ο πατέρας μου, διοικούσε το λαό του χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Απλά, που και που, για να σπάει η μονοτονία οργάνωνα καμιά θυσία προς τιμήν της θεάς, αφού την προηγούμενη μέρα τρομοκρατούσα τον κόσμο με κάποια δήθεν τρομερά φαινόμενα. Αυτή ήταν άλλωστε και η μοναδική ουσιαστική μου διασκέδαση αν εξαιρέσει κανείς τις ερωτικές συνευρέσεις…

Όλα κυλούσαν ωραία κι ήρεμα για πολλά χρόνια. Με φοβόντουσαν και με λάτρευαν σα θεά, και στον τόπο επικρατούσε η ευημερία που φυσικά οφειλόταν στην εύνοια της Εκάτης, αν και μεταξύ μας περισσότερο είχε να κάνει με την εύφορη γη και την τυραννία του Αιήτη. Κάποια μέρα ο πατέρας μου με κάλεσε στο παλάτι και μου ανακοίνωσε ότι την επομένη θα έπρεπε να επισκεφθώ μια γριά μάγισσα, που ζούσε σε μια σπηλιά στους πρόποδες του Καυκάσου. Όπως και έγινε. Ένας βουνίσιος ήρθε στο παλάτι και ανέλαβε να με οδηγήσει στον προορισμό μου, όπου φτάσαμε το επόμενο πρωί, αφού περάσαμε το βράδυ σ’ ένα χωριατόσπιτο. Η γριά μάγισσα μόλις με είδε, αν και δε με ήξερε, με αναγνώρισε και μου είπε: “Τι να πω σε σένα κόρη μου που είσαι η πρώτη απ’ όλες μας;” Μιλήσαμε πολύ με τη γριούλα, της αποκάλυψα κάποια από τα μυστικά μου, και κείνη μου χάρισε συμβουλές. Την αποχαιρέτησα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη…

Όταν έφτασα στο παλάτι του Αιήτη, εκείνος με ρώτησε ποια ήταν η προφητεία της γριάς. Του είπα πως προφήτεψε ότι θα ζούσα πολλά χρόνια και θα γερνούσα στο πλάι του. Τι να έλεγα στο γέροντα; ότι δεν υπήρχε προφητεία; ή ότι η κόρη του γνώριζε περισσότερα από τη γριά μάντισσα; Ε, ό,τι δεν είπε η γριά, ό,τι δεν μπορούσα να σκεφτώ εγώ, το είπε ένα κακόμοιρο γεροντάκι που ζητούσε την προσοχή των αντρών, υποβιβάζοντας τις γυναίκες. “Θα γίνεις η πιο αποκρουστική γυναίκα στη γη…”, μάντεψε στα καλά καθούμενα ο παππούς, και κάπως έτσι άρχισε να γράφεται στα χαρτιά η μοίρα μου. Αλλά το χαρτί δεν είναι ζωή! Ή είναι;

Λίγο καιρό μετά την επίσκεψη στη γριά, κι αφού βαρέθηκα να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, άρχισε να με πλακώνει η πλήξη. Βλέπετε, δεν είχε μείνει και κάνας άντρας της προκοπής στην Κολχίδα. Όλες οι μέρες μου φάνταζαν οι ίδιες, οι νύχτες μονότονες μέχρι σκασμού. Παρακαλούσα λοιπόν κι εγώ την Εκάτη, να κάνει να συμβεί κάτι συναρπαστικό στη ζωή μου. Ε, καθώς ήμασταν φίλες κολλητές για τόσα χρόνια, είπε να μη μου χαλάσει το χατίρι. Κι έτσι έστειλε στη ζωή μου τον Ιάσονα, ένα πανέμορφο άντρα, που τράβηξε μεμιάς την προσοχή μου. Δεν έμοιαζε καθόλου με κανέναν από τους άντρες που είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Το αγαλματένιο του κορμί, η αυτοπεποίθησή του, τα μάτια του που έλαμπαν σαν ήλιοι έτοιμοι να σε κάψουν, άναψαν μέσα μου τον πόθο. “Αυτόν τον άντρα θα τον ακολουθούσα ως το τέλος του κόσμου”, σκέφτηκα απ’ τις πρώτες στιγμές που βρέθηκα αντίκρυ του. Η διαφορά μου τότε από τις άλλες γυναίκες - αλλά και σήμερα θαρρώ - είναι ότι όλες ζητούσαν κάτι, ενώ εγώ ζητούσα κάτι παραπάνω. Θα το έβρισκα στο πρόσωπο, στα λόγια, στο κορμί του Ιάσονα; Ήμουνα σίγουρη πως ναι, γνώριζα απ’ την πρώτη στιγμή πως το τίμημα θα ήταν ακριβό κι όμως έκανα μακροβούτι στη φωτιά. Αλλά ας μη βιαζόμαστε…

Ο Ιάσονας, το αγαπημένο αυτό παιδί και εραστής, δε δυσκολεύτηκε να εντυπωσιάσει τους πάντες στην Κολχίδα με την τόλμη και τις γνώσεις του. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή δήλωσε στον Αιήτη ότι πήγε εκεί για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, διηγήθηκε με τη βοήθεια ενός γέρο τροβαδούρου, του Ορφέα, τις περιπέτειές του, περιέγραψε πως κατάφερε να διασχίσει τις Συμπληγάδες - πιστέψτε με κάτι πανεύκολο για ναυτικούς που διαθέτουν έστω κοινή νοημοσύνη -, και δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι όλ’ αυτά τα έκανε στην προσπάθειά του να ανακτήσει το χαμένο του βασίλειο. Ο Ορφέας με το τραγούδι του σαγήνεψε τους πάντες, αλλά εμένα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στον όμορφο ξένο. Στα μάτια του διέκρινα κάτι τρομακτικό, τον έρωτά μου για κείνον που γεννήθηκε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά και τη γνώση, τη γνώση ότι θα έκανα τα πάντα για να τον αποκτήσω, θα θυσίαζα τα πάντα στο βωμό του έρωτα, θα έχανα την κάθε εξουσία, θα διέλυα όλους τους μύθους. Πολλοί στο μέλλον σκέφτηκαν πως έκανα ό,τι έκανα από απερισκεψία - γυναικεία αδυναμία, λένε, αλλά δε θα μπορούσαν να πέφτουν περισσότερο έξω. Αγάπησα φίλοι μου, αγάπησα, και όποια γυναίκα αγαπά και δεν ακολουθεί την καρδιά της δεν είναι γυναίκα, είναι μόνο μια εν αναμονή νεκρή. Τόσο απλά είναι τα πράγματα, κι όποιος δεν το βλέπει, είναι εκ γενετής τυφλός στα θαύματα της ζωής, ανίκανος να χαρεί τις ομορφιές της, ανήμπορος μπροστά στη δημιουργία της…

Ο Αιήτης είπε στον Ιάσονα ότι για να πάρει το Χρυσόμαλλο Δέρας θα έπρεπε να περάσει κάποιες σκληρές δοκιμασίες. “Κανένα πρόβλημα,” του απάντησε εκείνος, χαμογελώντας. Όλα θα συνέβαιναν την επόμενη μέρα. Τη νύχτα όμως συνάντησα τον Ιάσονα να τριγυρνά στο αγαπημένο μου δάσος, του εξομολογήθηκα τον έρωτά μου, και του είπα πως θα τον βοηθούσα φτάνει να μου υποσχόταν ότι φεύγοντας θα με έπαιρνε μαζί του, όπως και έγινε. Την επομένη πέρασε χωρίς καμιά δυσκολία όλες τις δοκιμασίες και το βράδυ, με τη βοήθειά μου, έκλεψε το πανάσχημο Δέρας. Ήταν όλα ένα παιχνίδι. Ο πατέρας μου θα έχανε το λάβαρο της ισχύος του, κι εγώ θα αποκτούσα τη συναρπαστική ζωή που πάντα ονειρευόμουν στην αγκαλιά του θεϊκού μες στην ομορφιά του Ιάσονα. Καθώς ετοιμαζόμασταν να μπαρκάρουμε με την Αργώ έφτασ’ ο Άψυρτος, ο ετεροθαλής μου αδερφός - ένα παράπτωμα της φύσης -, με οδηγίες από τον πατέρα μου να εμποδίσει τον απόπλου. Ένα χαζό παιδί, αυτό ήταν. Κρατούσε το σπαθί σα ξυλαράκι κι έτρεχε, μπέρδεψε τα πόδια του, έπεσε, το σπαθί διαπέρασε το στήθος του. Οι στρατιώτες που έστειλε ο Αιήτης μαρμαρωμένοι από το συμβάν μάς παρατηρούσαν να φεύγουμε, ανίκανοι να κάνουν κάτι…

Τώρα, θα σκέφτεστε, πλήγωσες τον πατέρα σου, στάθηκες η αιτία να πεθάνει ο αδελφός σου, δε νιώθεις τύψεις; Να σας πω την αλήθεια, όχι. Λυπάμαι για τη λύπη που πότισα τον πατέρα μου, αλλά δεν μπορώ να λυπηθώ, πόσο μάλλον να νιώσω τύψεις για το θάνατο κάποιου που με ήθελε νεκρή. Αυτό άλλωστε το λέει κι ο μύθος που διαβάσατε, το πόσο πολύ δηλαδή με μισούσε ο Άψυρτος…

Η Αργώ… Η Αργώ ήταν ένα καλοτάξιδο καράβι, αλλά δεν ένιωθα καλά μια γυναίκα ανάμεσα σε τόσους άντρες. Ήμουνα ερωτευμένη κι είχα μάτια μόνον για κείνον, τον ένα, το μοναδικό. Εκείνον που τα κρύα βράδια του ταξιδιού με έκλεινε στη ζεστή αγκαλιά του, με φιλούσε στα μαλλιά, με χάιδευε με την ανάσα του. Έρωτα; όχι δεν κάναμε έρωτα όσο κρατούσε αυτό το ταξίδι. Ήταν αδύνατο. Αλλά η φλόγα μέσα μου φούντωνε όλο και πιο πολύ, μια φωτιά μου έκαιγε τα σωθικά, μου πυρπολούσε την ψυχή, αλλά δεν μπορούσα να την αφήσω ελεύθερη, έμενε ανέκφραστη. Είχα κι ένα μύθο να διατηρήσω, αυτόν της Αμόλυντου Παρθένας, κι ας είχε πολλάκις λατρευτεί σα ναός το κορμί μου. Όσο ο πόθος φούντωνε τόσο πιο δύσκολο γινόταν για μένα το ταξίδι. Κοιμόμουνα κι ονειρευόμουν το κορμί του, ήμουν ξύπνια έκλεινα τα μάτια και το έβλεπα. Μοναδική παρηγοριά τα τραγούδια του Ορφέα. Σαν τα άκουα ξεχνιόμουνα για λίγο, έκαιγε λιγότερο οδυνηρά η φλόγα. Ταξίδευα με τη γλυκιά φωνή σε μέρη ανονείρευτα, έλουζα το κορμί στα γαλανά νερά της λήθης, που φευ δεν κρατούσε για πολύ. Έμαθα πολλά απ’ το γέρο Ορφέα, μα ένα μόνο μου χαράχτηκε στη μνήμη. Μια ιστορία που μιλούσε για κάποιο νησί όπου ζούσαν μοναχά γυναίκες, που το μόνο που ζήτησαν ποτέ ήταν ένα σερνικό για να μπει στα χωράφια των κορμιών τους και να τα καλλιεργήσει…

Κάποτε, μετά από πολύ καιρό, δέσαμε σ’ ένα από τα πιο φιλόξενα λιμάνια, στο νησί των Φαιάκων, όπου είχε ήδη φθάσει η φήμη του γενναίου Ιάσονα και του μεγάλου του άθλου. Όλοι ήθελαν να του σφίξουν το χέρι, να τον θαυμάσουν, ν’ ακούσουν απ’ τα χείλια του, πως απ’ όλους τους θνητούς αυτός έγινε ο αγαπημένος των θεών κι απόκτησε το Δέρας. Όλοι θαύμαζαν την ομορφιά μου δίπλα του, τη μεγαλοπρέπειά μου, αλλά μιλούσαν για μένα στα κρυφά, με μισόλογα. Είχε βλέπετε και μένα, η φήμη μου, της μεγάλης μάγισσας, προηγηθεί και κάπου με φοβόντουσαν. Κανείς δε διανοήθηκε να συνδέσει την επιτυχία του Ιάσονα με τη δική μου παρουσία. Έτσι δε γίνεται πάντα; Οι γυναίκες δημιουργούν, κι οι άντρες περηφανεύονται γι’ αυτά που δεν τους ανήκουν.

Ένας άλλος αγαπημένος των θεών, ο δίκαιος βασιλιάς Αλκίνοος, ο αφέντης της αρχοντικής Κέρκυρας, μας υποδέχθηκε με τιμές στο παλάτι του. Φημισμένος για τη φιλοξενία του έκανε τα πάντα για να μας κάνει να νιώσουμε την ευδαιμονία που επικρατούσε στη χώρα του, κι η γυναίκα του η Αρήτη, στάθηκε η σωτήρας μας. Οι Κόλχες που μας ακολουθούσαν όλο αυτό τον καιρό, έφθασαν λίγο μετά από εμάς στο λιμάνι. Ζητούσαν να με πάρουν μαζί τους. Με τη μεσολάβηση της Αρήτης, το ίδιο εκείνο βράδυ παντρεύτηκα τον Ιάσονα, και σε μια μεγαλοπρεπή κάμαρα - κι όχι μέσα σε μια σπηλιά, όπως επιμένει ο γέρο παραμυθάς-, πάνω σ’ ένα χρυσοστόλιστο κρεβάτι, του χάρισα τη φτιαγμένη από βότανα παρθενία μου. Καημένο μου παιδί, άντρα μου, πίστευες ότι ήσουν ο πρώτος, έτσι; Πάντα αυτό θέλετε να πιστεύετε εσείς οι άντρες, πως είστε οι πρώτοι και ακαταμάχητοι… Ας είναι. Μετά που χορτάσαμε από πιοτό και έρωτα, ο μέγας ήρως αποκοιμήθηκε, κι εγώ μη έχοντας τι άλλο να κάνω αποφάσισα να… ναι, αυτό είναι ειπωμένο σωστά… αποφάσισα να διαβάσω το μέλλον μου. Δέκα χρόνια, τόσο θα κρατούσε η ζωή μου με τον Ιάσονα. Δέκα χρόνια ευτυχίας δεν είναι και μικρό πράμα, σκέφτηκα. Η ευτυχία θα κρατούσε βέβαια λιγότερο, αλλά εγώ ήμουνα αποφασισμένη να τη ρουφήξω ως την τελευταία της στάλα. Δε με έκανε ο έρωτας τυφλή, είχα επίγνωση, γνώριζα ότι όλα γεννιούνται και πεθαίνουν, κι ήθελα όσο μπορούσα πιο πολύ να ζήσω τα όμορφα. Και πιστέψτε με, είναι μεγάλη ομορφιά η αγκαλιά του αντρός και όλα τα δώρα που έχει να σου προσφέρει…

Η Τριπλή Θεά ήταν μαζί μου, συνέχεια, στο μυαλό μου, αλλά και στο χώρο. Με ακολουθούσε παντού, επικροτούσε τις πράξεις μου, γι’ αυτό και δεν έχασα ούτε στιγμή τα χαρίσματά μου, τα οποία ήταν δήθεν άμεσα συνδεδεμένα με την παρθενία μου. Σε κείνους τους παγανιστικούς χρόνους, γέρο τραγωδέ, όλα επιτρέπονταν… Ρώτα και τους νεαρούς σου συντρόφους… Αλλά, ας αφήσω τον πλαστογράφο στην όμορφη σαρκοφάγο του. Η μέρα που ξημέρωσε ήταν η πιο γιορτινή της ζωής μου. Ο Αλκίνοος οργάνωσε για μας μια μεγαλόπρεπη γιορτή, κι ο Ορφέας έγραψε και τραγούδησε τα πιο όμορφα τραγούδια του, ενώ οι γυναίκες του νησιού, ω, οι γυναίκες, ύμνησαν με μια φωνή τον έρωτά μας. Δύσκολο, δύσκολο πολύ είναι για μένα να σας περιγράψω εκείνη τη μέρα… Κλείστε τα μάτια κι αφήστε τη φαντασία σας να καλπάσει… Βλέπετε; Ακούτε; Γυναίκες με αγαλματένια σώματα, ελάχιστα κρυμμένα κάτω από ένα λευκό διάφανο πανί, ψάλλουν τους ύμνους τους έχοντας το φλογισμένο βλέμμα τους στον ουρανό… Μια ευτυχισμένη μέθη πλημμυρίζει το χώρο… Ο χρόνος σταματά για να κρατήσει ζεστά μέσα του τη μαγική στιγμή… Οι θεές της ομορφιάς ευλογούν με χαμόγελα το συμπόσιο ετούτο της ζωής… Ω, τα θυμάμαι όλ’ αυτά και χαμογελώ, και δακρύζω. Ζήσατε ποτέ εσείς αυτή την ευτυχία; Αν όχι, τότε δεν αγαπήσατε σωστά, δοθήκατε λάθος. Μα τη θεά, αλήθεια σας λέω… Διάβηκα πολλούς αιώνες για να σας φέρω αυτό το μήνυμα… Εκείνη η μέρα χαράχτηκε σαν μια δεύτερη ψυχή μέσα μου… Δε με άφησε ποτέ, δε μ’ αφήνει ποτέ… Κάθε φορά που κάτι κακό συναντούσα στο δρόμο μου, που ένιωθα τη ζωή να με παίρνει από κάτω, επέστρεφα με τη σκέψη σε κείνη τη μέρα, την ξαναζούσα κι αυτή μου έδινε κουράγιο για να συνεχίσω… Βλέπετε, δεν είμαι εκείνη η αναίσθητη σκύλα που θέλουν να παρουσιάζουν οι γέρο παράλυτοι, που μέσα στη αδυναμία τους να τα βάλουν μαζί μου στα ίσια, με σκοτώνουν με τα λόγια. Είμαι γυναίκα, πηγή και θάλασσα, μάνα και παιδί, κι έχω τις αδυναμίες μου. Κανείς δεν είναι άτρωτος, κανείς υπεράνω, απλά εγώ είχα περισσότερα όπλα αντίστασης, περισσότερη δύναμη απ’ τους συγκαιρινούς μου γι’ αυτό μισήθηκα τόσο, κι όχι γιατί σκότωσα τα παιδιά μου. Κι αν με κατηγοράτε γι’ αυτό το τελευταίο, θυμηθείτε ότι κάποιος πολέμαρχος θυσίασε την κόρη του για να φυσήξει ο άνεμος και να κινήσει να πάει να σκοτώσει… Αλλά, κι αυτός από άλλη ιστορία είναι βγαλμένος. Απλά, σας λέω, μη με σκέφτεστε με μίσος, μη με κρίνετε με προκατάληψη, όχι προτού διαβάσετε ολόκληρη την ιστορία μου. Ας ξαναπιάσω, όμως, το νήμα…

Λίγες μέρες μετά τον περίφημό μας γάμο, σαλπάραμε για την Ιωλκό, τη γη που δικαιωματικά ανήκε στον Ιάσονα, την οποία όμως είχε σφετεριστεί ο ετεροθαλής αδελφός του πατέρα του, ο Πελίας. Ο τελευταίος του είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε το θρόνο μόνο αν του παράδιδε το Χρυσόμαλλο Δέρας. Γι’ αυτό το λόγο έγινε, λέει, όλη η εκστρατεία. Αλλά ο Πελίας δεν κράτησε το λόγο του, κι εγώ, που με το που πάτησα το πόδι μου στην Ιωλκό, έγινα ο φόβος και τρόμος των κατοίκων, το αντικείμενο ενός άνευ λόγου μίσους, ανέλαβα να πάρω εκδίκηση για τα δεινά του καλού μου. Έτσι, προτού περάσει καιρός, ο άθλιος σφετεριστής έπεφτε νεκρός απ’ τα χέρια των ίδιων του των θυγατέρων, που τον σκότωσαν ακολουθώντας άθελά τους ένα σατανικό σχέδιο που τους είχα υποβάλει. Αλλά, ο Ιάσονας δεν έμελλε να γίνει βασιλιάς. Ο Άκαστος, ο γιος του Πελία, ανέλαβε την εξουσία κι αμέσως μας εξόρισε. Φύγαμε για την Κόρινθο…

Η Κόρινθος! Μια από τις πιο όμορφες, τις πιο ζωντανές πόλεις της εποχής εκείνης, ένα σταυροδρόμι των λαών όπου συνυπήρχαν αρμονικά το εμπόριο κι οι τέχνες, ο αθλητισμός και το πνεύμα. Μια πόλη διαμάντι, όπου έζησα μερικά από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου. Εκεί δεν ένιωθα σαν ξένη, παρά σαν ένα μικρό μέρος ενός τεράστιου μωσαϊκού, όπου όλοι χωρούσαν, όσο διαφορετικοί κι αν ήταν αυτοί. Ο Ιάσονας αμέσως μετά την άφιξή μας έγινε σύμβουλος του βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα, σε θέματα ναυτιλίας…

Δυστυχώς κάποτε η ευτυχία μου έφτασε στο τέλος της. Όπως όλα τα καλά πράγματα στη ζωή, θα σκέφτεστε εσείς. Δε συμφωνώ. Έγινα δυστυχισμένη όταν κάποια μέρα ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Δεν ήμουν πια η Μήδεια. Είχα γίνει κι εγώ, η αλλοτινή τρελή κι επαναστάτρια, μια απλή γυναικούλα. Ζούσα στη σκιά του Ιάσονα, που όλο και πιο συχνά, όλο και πιο πολύ έλειπε απ’ το σπίτι. Εγώ που κάποτε μιλούσα τη γλώσσα των πουλιών, που διάβαζα τη φύση σαν ανοικτό βιβλίο, που ένιωθα τους παλμούς της γης, έγινα μια μαλθακή, ένα τίποτα. Χρειαζόμουνα τον άντρα μου, αλλά εκείνος όλο και απομακρυνόταν. Κάποιες νύχτες ξεδιψούσα τους πόθους μου με κάποιον απ’ τους δούλους, αλλά όσο κι αν το κορμί χόρταινε η ψυχή άδειαζε. Τον αγαπούσα τον Ιάσονα, κι ας ήξερα ότι κάθε μέρα κούρσευε άλλων γυναικών τα κορμιά. Όταν έφτασα στο ως εδώ και μη παρέκει, το πήρα απόφαση, κι έμεινα έγκυος. Ήξερα ότι μόνο ένα παιδί θα μπορούσε να τον φέρει πίσω κοντά μου. Όπως και έγινε. Όσο μεγάλωνε η κοιλιά, τόσο μεγάλωνε, κι άναβε, η αγάπη του για μένα. Με φλογισμένο το βλέμμα μου ορκιζότανε αιώνια αγάπη, έλεγε πως θα έμενε για πάντα μαζί μου, αλλά εγώ που γνώριζα μονολογούσα: Θα με αφήσεις Ιάσονα, θα με προδώσεις. Στη ζωή μου, όχι, σπάραζ’ εκείνος. Λόγια. Το παιδί έγινε η άμυνά μου, “τουλάχιστον όταν φύγει, θα έχω ένα ενθύμιο απ’ την αγάπη του”, σκεφτόμουνα. Και τι ενθύμιο…

Ο Μέρμερος, τους πρώτους μήνες μετά τη γέννησή του, έγινε αντικείμενο λατρείας για τον Ιάσονα. Τον κρατούσε για ώρες στα χέρια του, του έλεγε ιστορίες, τον κανάκευε… Τότε ήμουν και πάλι ευτυχισμένη, αλλά εκείνος, κυκλοθυμικός σαν άνεμος των μεγάλων θαλασσών, δεν άργησε να χάσει το ενδιαφέρον του για το παιδί. Χαρίστηκε και πάλι στις εταίρες, που προφανώς είχαν γίνει από καιρό πια το στεριανό λιμάνι του. Εγώ, βούλιαξα και πάλι στη μοναξιά και την απελπισία, αν κι αυτή τη φορά δεν ήταν και τόσο οδυνηρή αφού είχα ένα όμορφο μουτράκι να με αποσπά με τα γελάκια του, να μου θυμίζει το θαύμα της ζωής με τα δάκρυά του. Ωστόσο το άδειο κρεβάτι, παρέμενε άδειο, το κορμί αλάτρευτο - και ήταν όμορφο πολύ το σώμα μου, σμιλεμένο με τέχνη -, μέχρι που, σε μια από τις αραιές μέσα στο χρόνο συνευρέσεις μας, ο σπόρος του κάρπισε μέσα μου και πάλι, κι άρχισαν ξανά οι τρυφερότητες, τα χάδια, οι όρκοι, σε σημείο που με όργισε. “Μη λες μεγάλα λόγια άντρα, γιατί σαν ξεχαστούν θα γνωρίσεις την οργή μου”, του είπα. Γέλασε, του φάνηκε αστείο. Εκείνος ήταν ο μεγάλος και τρομερός Ιάσονας, και δε φοβόταν κανένα, νόμιζε πως είναι άτρωτος. Δεν ήξερε το αιώνιο παιδί ότι εκείνα που πιο πολύ μας πονάνε είν’ αυτά που δε μας αγγίζουν…

Και γεννήθηκε ο Φέρητας. Ο μέγας Ιάσων μες στην τρελή χαρά, που λένε. Του έδωσα δυο γιους κι ήταν περήφανος για το σπόρο του. Ξεχνούσε πως ο σπόρος χρειάζεται την κατάλληλη γη για να καρπίσει. Η χαρά δεν κράτησε και πολύ, αλλά είχα τα παιδιά μου μαζί και δεν παραπονιόμουνα. Είναι που άλλαζα και τους εραστές σα φύλλα τσαγιού, μόλις έχαναν τη γεύση της. Κανείς δεν ήταν σαν και κείνον, κι ας το ’ξερα πως οι μέρες μας λιγόστευαν, πως σε λίγο καιρό θα έπαυε πια έστω και λίγο να μου ανήκει. Δεν ήξερα πως, δεν ήξερα ποια θα τον έπαιρνε οριστικά από κοντά μου, απλά ήμουνα σίγουρη πως θα συνέβαινε, οι χρησμοί μου ποτέ δεν έπεφταν έξω. Οι πειρασμοί τότε ήταν πολλοί, και οι παντρεμένοι, -άντρες και γυναίκες-, περισσότερο ελεύθεροι απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, οπόταν… το κέρατο έπεφτε σύννεφο…

Όσο το νήμα του χρόνου λιγόστευε, τόσο και θυμόμουνα τον παλιό μου εαυτό, το ποια ήμουνα, την τέχνη μου που είχα για τόσα χρόνια παραμελήσει. Τους τελευταίους μήνες κάθε που γιόμιζε το φεγγάρι περπατούσα έξω απ’ την πόλη, κοιτούσα το λαμπερό πρόσωπο της Εκάτης και την εκλιπαρούσα να δώσει ένα σημάδι, να μου πει αν είναι ακόμη κοντά μου. Κι εκείνη δεν αρνιόταν το κάλεσμά μου, διάφοροι παράξενοι ήχοι έφταναν στ’ αυτιά μου από παντού, άκουγα ψίθυρους στο νυχτερινό αεράκι, ένιωθα μια ευδαιμονία να μου τυλίγει το κορμί, να με γκαστρώνει με την αλλοτινή μαγεία. Ήξερα ότι εφόσον η θεά είναι κοντά μου δεν υπάρχει τίποτα, κανείς, που να μπορεί να μου κάνει κακό. Κι όσο κι αν το δικό μου πεπρωμένο ήταν φυγείν αδύνατον, τόσο σίγουρη ήμουνα ότι θα έπαιρνα την εκδίκησή μου…

Χαμογελώ και πονώ, παράξενο δεν είναι. Τον αγάπησα τόσο πολύ τον Ιάσονα, μέχρι την τελευταία στιγμή έλπιζα ότι το γραφτό θα ξεγραφόταν και θα μέναμε μαζί, αλλά μάταια. Κάντε λίγο ακόμα υπομονή, και θα μάθετε, επιτέλους, το αληθινό τέλος της δικής μου ιστορίας. Θα σας σοκάρει ίσως λίγο η σκληρότητά μου, αλλά στο τέλος τέλος πιστεύω πως θα με νιώσετε, θα με νιώσετε σα μάνες, σαν κόρες, σαν αδερφές. Όσο για τους άντρες, όσοι δε σκέφτονται με το κάτω κεφάλι θα με καταλάβουν…

Ξέρετε, αλήθεια, τι φοβερό συναίσθημα είναι η άγνοια; Το να περιμένεις κάτι να σου συμβεί και να μην ξέρεις πότε κι από που θα σου ’ρθει; Έζησα για πολύ καιρό αγνοώντας μιαν αλήθεια, κάτι που ήξεραν όλοι για τη ζωή μου, εκτός από εμένα. Ο Ιάσονας όταν χανόταν απ’ το σπίτι δεν πήγαινε στις εταίρες, όχι τον τελευταίο καιρό, καθόλου. Είχε επίσημη αγαπημένη, και σαν σπουδαίος που ήταν δε θα δεχόταν δίπλα του όποια κι όποια, έτσι αυτή δε θα μπορούσε να είναι άλλη από την κόρη του Κρέοντα, μια όμορφη νέα, το στολίδι της Κορίνθου, όπως έλεγαν, αλλά όχι περισσότερο όμορφη από μένα, που όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια διατήρησα το διάφανο παιδικό μου πρόσωπο, τα απαλά χαρακτηριστικά, τα θαλασσιά τα μάτια που κάποτε κολυμπούσε μέσα εκεί η εικόνα του. Το ανακάλυψα τυχαία, ανακρίνοντας ένα τρομαγμένο γεροντάκι στην αγορά. Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου εκείνη τη στιγμή, όχι επειδή δεν το περίμενα, αλλά για τη διπλή του προδοσία. Πρόδωσε τους όρκους που μου χάρισε όταν γέννησα τους γιους του, τους όρκους στο βωμό της Εκάτης όπου μου υποσχέθηκε αιώνια αγάπη, αλλά και, το χειρότερο, μου απέδειξε πόσο τιποτένιο ανθρωπάκι στ’ αλήθεια υπήρξε, αφού ποτέ του δεν πολέμησε για κάτι. Προτιμούσε πάντα να τα βρίσκει όλα έτοιμα και καταπώς του άρεσαν: ισχύ μέσω των ικανοτήτων μου, φήμη μέσω του χρυσόμαλλου τροπαίου που χάρη σε μένα απέκτησε, μετά, παιδιά για να ριζώσει η σπορά του στη γη κατακλέβοντας τα σπλάχνα μου και, τελικά, παρθένα νύφη και κληρονομημένο βασίλειο σε ανάμνηση εκείνου που έχασε. Αυτός ήταν λοιπόν ο Ιάσονας, ο μεγάλος μου έρωτας, η αυταπάτη μου. Κάποιος που γινόταν άντρας μέσα από τη γυναίκα και περιέφερε τον ανδρισμό του στα καπηλειά και στα ιερά πορνεία. Όλα αυτά τα σκέφτηκα σε μια στιγμή, μέσα σε μια έκλαμψη, κι ορκίστηκα σιωπηλά: όχι, δε θα σου περάσει αυτή τη φορά Ιάσονα, όχι δε θα σε αφήσω να πεις κι άλλα ψέματα, να σπάσεις κι άλλους όρκους, να ραγίσεις κι άλλες καρδιές…

Περπάτησα για ώρες πολλές στην πόλη, δίχως να βλέπω που πηγαίνω, χωρίς προορισμό. Οι άνθρωποι που όλοι φαίνονταν να γνωρίζουν το κακό που με βρήκε, δε μ’ ενόχλησαν καθόλου, δε μου μίλησαν, δε θέλησαν να μου ειπούν τα λόγια της παρηγοριάς. Βλέπετε, ήξεραν πόσο πολύ τον αγαπούσα, τα δουλικά φρόντιζαν να ενημερώνουν όλο τον κόσμο για την αφέντρα τους που ήταν άρρωστη από έρωτα, κι όλοι φαίνονταν να με νιώθουν σιωπηλά. Βλέμματα οίκτου και χαμηλωμένα κεφάλια με συνόδευαν στην άσκοπη περιπλάνησή μου. Όσο περνούσε η ώρα όμως, η οργή αντί να καταλαγιάζει θέριευε. Πόσο τον μισούσα, πόσο τον αγαπούσα! Όχι, δεν τον ήθελα νεκρό, ο θάνατος θαρρώ δεν είναι τιμωρία. Τον ήθελα να καταλάβει τα λάθη του και να πονέσει, να περάσει ολόκληρή του τη ζωή μες στον πόνο και πάλι να μη βρίσκει την εξιλέωση. Αυτό ήθελα… αλλά μετά…

Πως μπορεί κανείς να αγαπά και να βλέπει τον αγαπημένο του μέσα στον πόνο. Ήξερα ότι αν του έκανα κακό θα πονούσα κι εγώ. Κι έπρεπε, πάση θυσία, να αποφύγω να ποτίσω το κορμί και την ψυχή μου κι άλλο πόνο. Είχα ήδη ραγίσει. Η ομορφιά μου που τόσα χρόνια είχα κρατήσει ανέπαφη, ένιωθα τώρα να γλιστρά από το πρόσωπό μου και να χάνεται, γινόμουν και πάλι ένα τόσο δα πλασματάκι και ήθελα να κρυφτώ στη μήτρα της γης, να χαθώ κάπου μακριά απ’ τον κόσμο, κάπου ζεστά. Αλλά, όσο κι αν ήθελα να χαθώ, άλλο τόσο ήθελα να τον συγχωρέσω. Μου χάρισε αμέτρητες χαρές κι άλλες τόσες λύπες. Η λογική μου μου έλεγε κτύπα, η καρδιά χάιδεψε. Την οργή διαδεχόταν η θλίψη, τη θλίψη η αβεβαιότητα… Τι θα χάσω αν στερηθώ την πηγή της χαράς και του σπαραγμού μου; αναρωτιόμουνα…

Έχετε ζήσει κι εσείς, είμαι σίγουρη, παρόμοιες καταστάσεις. Τι θα με συμβουλεύατε να κάνω; Υπομονή; Ε, λοιπόν, κι εγώ υπομονή αποφάσισα να κάνω, αν και ο θυμός μέσα μου έβραζε σα λάδι σε καζάνι στο ’ργαστήρι του Ήφαιστου, και με την παραμικρή αφορμή θα ξεχυνόταν σαν λάβα και θα παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του…

Γύρισα στο σπίτι όταν είχε πια για τα καλά νυχτώσει. Τα παιδιά μου κοιμόνταν αμέριμνα, δεν μπορούσαν να ξέρουν τι φουρτούνες ταράζανε την ψυχή της μάνας τους. Κάθισα κάτω απ’ την αγαπημένη μου κληματαριά για ώρα πολλή Το πρόσωπο της Εκάτης, δίσκος φωτεινός, διασπούσε τα σύννεφα κι έριχνε αχτίδες φωτός στη γη κι ελπίδας στη ζωή μου. Αγαπημένη μου θεά, κατεύθυνε τα βήματά μου, μη με αφήσεις να χαθώ… να, αυτά την παρακαλούσα. Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονη την παρουσία της δίπλα μου όσο εκείνες τις στιγμές, σαν να ξαναδενόταν το λυμένο νήμα, λες κι άναβε πάλι η φλόγα που για χρόνια και χρόνια έκαιγε μέσα μου στην Κολχίδα, προτού έρθει ο Ιάσονας και η οικογένεια για να τη σβήσουν…

Για τα λάθη μου κλαίω, τα ωραία μου λάθη. Κλαίω, αλλά δε μετανιώνω, αυτό ποτέ… Στο κλουβί, μέσα εκεί έζησα, τυφλή η άμοιρη. Και τυφλή όπως ήμουν έφερα στον κόσμο αυτό τον υποκριτή δύο παιδιά, δύο παιδιά που θα αναγκάζονταν να ζήσουν μες στο ψέμα, να το υιοθετήσουν, να δημιουργήσουν και να καταστρέψουν, χωρίς να μάθουν ποτέ την αλήθεια. Την αλήθεια ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η απώλεια του εαυτού. Ναι, ξέρω, βλάσφημα ακούγονται αυτά στ’ αυτιά σας, αλλά κι εσείς αγαπητοί μου, δεν κάνετε τον κόπο να δείτε τα πράγματα κι από την άλλη τους όψη. Αν το κάνατε τα μισά σωστά σας θα αποδεικνύονταν λάθη, και τα περισσότερα λάθη σας σωστά. Θα ανοίγατε τα φτερά της φαντασίας σας και θα πετούσατε, θα βλέπατε επιτέλους ότι οι μεγαλύτεροι δικτάτορες της ζωής σας είστε οι ίδιοι εσείς. Διέσχισα αιώνες πίκρας, έτη χαράς για να ’ρθω να σας πω αυτά τα λόγια. Αν θέλετε κρατήστε κάτι απ’ αυτά, αν προτιμάτε ξεχάστε τα όλα.

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, μέσα μου δινόταν μια μεγάλη μάχη. Δύσκολο, δύσκολο πολύ ήταν να αποφασίσω τι να κάνω. Και τη λύση τη ζητούσα με το βλέμμα στο φεγγάρι. Έτσι με βρήκε ο Ιάσονας εκείνο το βράδυ. Με πλησίασε από πίσω χωρίς να τον καταλάβω, με αγκάλιασε και με έριξε στο πάτωμα, έχοντας προφανώς κέφια για ερωτικά παιχνίδια, αλλά του έκοψα την όρεξη με βρισιές. Α, τάμαθες βλέπω! λέει ο άλλος χαμογελώντας. Εκείνο το χαμόγελο, αλλά κι όσα μου είπε μετά, έδωσαν τη χαριστική βολή. Το έκανε για το καλό μας έλεγε, για να φροντίζει εμένα και τα παιδιά, για να μη στερηθούμε, λέει, τίποτα. Κάλλιο νάταν με μια γυναίκα της αγοράς παρά με μια βασιλοπούλα. Τότε θα τον δικαιολογούσα, τότε θα τον συγχωρούσα. Αλλά να μου λέει ότι με παρατάει για το καλό μου, όχι, αυτό δεν το δέχομαι. Μου απέδειξε πόσο αχρείος ήταν. Και τον έδιωξα με τις κλωτσιές. Είχα γίνει κουρέλι, μα ήμουν πιο δυνατή παρά ποτέ. Σερνόμουνα και βροντούσα. Το κορμί μου ένας ναός που γκρεμίστηκε κι αναστηλώθηκε σε μια νύχτα. Όχι, καμιά πια συγχώρεση. Θα τον κτυπούσα. Θα τον κτυπούσα ύπουλα, δίχως οίκτο. Θα εκδικιόμουνα για όλες τις γυναίκες που προδόθηκαν, για όλα τα κορμιά που λεηλατήθηκαν, για τις θηλυκές ψυχές που σπάραξε ο πόνος. Προτού ξημερώσει η επόμενη μέρα είχα καταστρώσει το σχέδιο μου, ένα σχέδιο που θα έσπερνε τον πανικό σ’ όλη την πόλη, και θα έκανε όλους να μιλούν στο μέλλον, για τη χειρότερη των γυναικών, χάρη πάντα, βέβαια, στις παραφράσεις της ιστορίας. Ο θάνατος φυσικά δύο ατόμων δεν είναι και μικρό κρίμα, αλλά, απλά αναρωτιέμαι γιατί κανείς δεν τάβαλε μαζί μου, όταν για χάρη του Ιάσονα οδήγησα στο θάνατο τον Πελία. Τερτίπια των παραμυθάδων;…

Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, προτού ο ήλιος χαράξει πάνω απ’ τα κοντινά βουνά, με επισκέφθηκε ο Κρέοντας, ναι, εκείνος ο δήθεν δίκαιος και φιλόξενος άρχοντας, και μου ανακοίνωσε ότι εγώ και τα παιδιά μου είμαστε εξόριστοι και πρέπει να φύγουμε αμέσως. Παράξενη αίσθηση της δικαιοσύνης δεν είχε; Τον παρακάλεσα να μας δώσει μια μέρα για να ετοιμαστούμε. Με μισή καρδιά δέχτηκε. Ήταν το μοιραίο του λάθος. Έβαλα όλη τη γυναικεία πονηριά κι όλο το μίσος μου να δουλέψει σε εντατικούς ρυθμούς και προτού καλά καλά βραδιάσει θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Έστειλα στη νέα νύφη του Ιάσονα με τα παιδιά μου ένα χρυσό διάδημα, κι ένα υπέροχο κομμάτι ύφασμα ποτισμένα με τα πιο δυνατά δηλητήρια. Προτού περάσει ώρα πολλή αφότου τα φόρεσε, τα δήθεν μαγικά μου άρχισαν να ενεργούν. Φωτιές αρχίσανε να της καίνε το κορμί και το κεφάλι, κι όλα αυτά μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Ιάσονα, που παγωμένος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μονάχα ο Κρέοντας προσπάθησε να σώσει την κόρη του, αλλά το αποτέλεσμα γνωστό, πέθαναν κι οι δυο μέσα σε φρικτούς πόνους. Την κόρη ουσιαστικά την έσωσα από μια φριχτή ζωή δίπλα σ’ ένα ψεύτη άντρα, τον πατέρα τον τιμώρησα για τη ψεύτικη ζήση του, που περιέφερε δω και κει τόσα χρόνια, αποκαλώντας εαυτόν δίκαιο. Όσο για τον Ιάσονα… αυτός ήταν από εκείνη τη στιγμή ζωντανός-νεκρός. Η πιο μεγάλη κατάρα έπεσε πάνω του. Έχασε την όμορφη κόρη και το βασίλειο που ονειρευόταν, έχασε εμένα και τα παιδιά του. Όχι, δε θα τον δεχόμουνα πίσω ακόμη κι αν έπεφτε στα γόνατα και με παρακαλούσε. Η αγάπη και ο οίκτος δεν μπορούν να συνυπάρξουν…

Σας προκαλώ ακόμη φρίκη; Ακόμη και τώρα που μάθατε όλη σχεδόν την αληθινή μου ιστορία; Κάντε, σας παρακαλώ, λίγο υπομονή ακόμη, η αφήγηση πλησιάζει στο τέλος της, κι αυτό δε θα θέλατε να το χάσετε ε;…

Λοιπόν, μετά από τα φονικά, η μοναδική μου έγνοια ήταν τα παιδιά μου. Τα παιδιά που έκανα μέσα στην αθωότητά τους συνεργούς σ’ ένα έγκλημα, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κρίμα μου. Γιατί να συνεχίσουν να ζούνε σε τέτοιο κόσμο; Τι καλό θα δούνε; Αφού, στο τέλος τέλος, θα φροντίσουν οι άλλοι να σβήσουν ό,τι αγαθό και όμορφο κρύβουν μέσα τους. Σάμπως και θα υπάρξει ποτέ δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο όπου η μόνη αλήθεια είναι η μισή αλήθεια, κι όπου τιμιότητα θεωρείται το ψέμα. Λάθος, μέγα λάθος έκανα που τα έφερα σ’ αυτό τον κόσμο. Τα παιδιά μου, τα λουλούδια μου έπρεπε να ανθίσουν μες στην αγάπη… Αυτά σκεφτόμουνα για ώρες και ώρες. Ήξερα πως, και για κείνα και για μένα, δεν υπήρχε σωτηρία πουθενά. Και ξαφνικά, μια αστραπή φώτισε το νου μου, θυμήθηκα ένα τραγούδι που κάποτε μας απήγγειλε με πάθος πολύ ο Ορφέας, τότε που ο Ιάσονας κυνηγούσε την περιπέτεια κι όχι τις εταίρες. Το τραγούδι εκείνο μιλούσε για κάποιο νησί…

Το ίδιο βράδυ σαλπάραμε με τα παιδιά μου για ένα θρυλικό μέρος, για κάπου που όπως λέγαν ζούσαν μονάχα γυναίκες. Γυναίκες που καρτερούσαν για χρόνια και χρόνια να πάει κάποιος άντρας κοντά τους, να τις αγαπήσει και να καρπίσει και πάλι το νησί. Το φοινικικό καράβι που μας μετέφερε μας άφησε στα ανοικτά πάνω σε μια μικρή σχεδία, γιατί οι ναυτικοί φοβόνταν τους θρύλους που έζωναν εκείνο το μαγεμένο μέρος. Δε μείναμε για πολύ ώρα στη θάλασσα, γυναίκες όμορφες σαν ξωτικά, μαγικές σα σειρήνες μας περισυνέλεξαν, μας έντυσαν με χάδια μες στις ζεστές αγκαλιές τους. Στα μέρη εκείνα του μύθου μεγάλωσαν οι γιοι μου, κι ευλογημένοι καθώς ήταν απ’ την Εκάτη είχαν την ομορφιά των θεών, κι αγαπήθηκαν από πολλές γυναίκες, ρίχνοντας το σπόρο για την καινούρια μέρα…

Όσο για τον Ιάσονα, έμαθα χρόνια μετά ότι μουρλάθηκε ο καημένος. Έχασε τα πάντα και μη έχοντας κανέναν να τον θαυμάζει έπεσε σε μια δίχως τελειωμό θλίψη. Τα απογιόματα μάλιστα σύχναζε στην κρήνη, εκεί στην αγορά, μαζί με τους γέρους της Κορίνθου, και τους έλεγε μια λυπητερή ιστορία. Μιλούσε για κάποιον ατρόμητο και πανούργο πολεμιστή και θαλασσοπόρο, που έφτασε να κατακτήσει τα πάντα με τη μαγκιά του, μέχρι που τον πρόδωσε η δόλια η γυναίκα, παίρνοντάς του ό,τι αγαπούσε, σκοτώνοντάς του τους γιους, τους οποίους έθαψε με τα ίδια του τα χέρια. Ανάμεσα στους ακροατές του κάποια μέρα βρισκόταν κι ένας σκυθρωπός νεαρός. Θα γινόταν μέγας συγγραφέας κάποια μέρα, λεγόταν…

Να, λοιπόν, που σιγά σιγά φτάσαμε στο τέλος αυτής της ιστορίας. Δεν το περιμένατε έτσι, ε; Τι να γίνει; Ο καθένας συνήθως λέει ό,τι θέλει, και στο τέλος τέλος η αλήθεια φαντάζει απίστευτη σα ψέμα. Ξέρετε ποιο είναι το ωραίο της υπόθεσης, όμως; Οι δημοσιογράφοι στην τηλεόραση δε θα μπορούν πια να μιλάνε για σύγχρονες Μήδειες, ενώ οι ψυχολόγοι χάνουν ένα αγαπημένο τους ήρωα. Σαν πρόσεχαν…
Όσο για μένα, θαρρώ πως έφτασε πια η ώρα να κρυφτώ και πάλι στους μυστικούς μου παραδείσους. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε την ιστορία μου, σας λατρεύω αν τη νιώσατε κιόλας. Ξέρετε τι έμαθα ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο, δαμάζοντας τους αιώνες; Πως οι μόνες αλήθειες που ζουν για πάντα είναι εκείνες της καρδιάς. Ακούστε την καρδιά, μιλά με τα όνειρά σας, ίσως κάποια μέρα να σας οδηγήσει στον προσωπικό σας παράδεισο, αν της παραμείνετε πιστοί. Μα, τα λόγια εδώ τελειώνουν, να που προβάλλει ολόγιομο το φεγγάρι, η Εκάτη με καλεί. Εσείς, εσείς, ζήστε, χαρείτε. Κι αν κάποτε με θυμηθείτε ψάξτε με στον ουρανό, ανάμεσα στ’ αστέρια, λίγο δεξιά και πάνω απ’ το πρόσωπο της Τριπλής Θεάς, ή, ακόμη, αφουγκραστείτε τα σπλάχνα της γης, κει μέσα γεννιέμαι, γεννώ και πεθαίνω…

Η φωτογραφία κλεμμένη από εδώ

Δημοσίευση σχολίου