Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Σ' αγαπώ απελπισμένα

Για κάποιο λόγο που δεν θέλω ν' αναφέρω θυμήθηκα αυτή την ανέκδοτη νουβέλα και είπα ν' αναρτήσω ένα κεφάλαιο. Ίσως και να το έχω ανεβάσει ξανά, αλλά δεν έχει σημασία.

Εκείνο που από την αρχή πιότερο την εξέπληξε ήταν η ηρεμία του, που έμοιαζε ν’ αγγίζει τα όρια της αναισθησίας. Αλλά, όχι, δεν ήταν αναίσθητος, κι αυτό το είχε ήδη αποδείξει, γαλήνιος ήταν. Και η γαλήνη που διέτρεχε την ύπαρξή του όλη ήταν τόσο απτή, τόσο εκκωφαντική, που θα μπορούσε να σου σπάσει τα νεύρα. Α, ήταν και φευγάτος πολύ. Φευγάτος, μα εξολοκλήρου εκεί. Όλος ένα μυστήριο.
Περπατούσανε για ώρα σιωπηλοί. Δε τη ρωτούσε τίποτα, δεν έψαχνε να βρει καμία απάντηση στα ερωτηματικά που μέχρι τώρα όφειλαν να καρπίσουν μέσα του. Μάλλον δεν ενδιαφερόταν καθόλου να μάθει πώς βρέθηκε ένα βράδυ Σαββάτου-ξημέρωμα Κυριακής σ’ ένα πάρκο, μόνη και δακρυσμένη. Ή τουλάχιστον έτσι εκείνη πίστευε τότε, αφού όπως θα της ομολογούσε αργότερα, απλά την άφηνε να επιλέξει κατά πόσο ήθελε να του μιλήσει ή όχι. Δεν ήθελε να βιάσει τις απαντήσεις της. Έτσι κι αλλιώς το λόγο τον είχε μαντέψει, οπότε δεν παρέμεναν παρά μονάχα οι λεπτομέρειες. Λεπτομέρειες που δεν του έκανε το χατίρι ή την τιμή να του της πει, αφού λόγω της τότε φτωχής της πίστης στους ανθρώπους, δε θα μπορούσε να μιλήσει ποτέ σε κάποιον άγνωστο γι’ αυτά που τυραννάνε το μέσα της – όχι πως μπορεί τώρα, αλλά αυτή είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία.
Συνέχισαν, λοιπόν, σχεδόν αμίλητοι να διασχίζουν μαζί και μόνοι, βήμα το βήμα, τη δίχως συγκεκριμένο προορισμό διαδρομή τους, κλέβοντας φευγαλέες ματιές και σιωπές, και νοτισμένες ανάσες ο ένας απ’ τον άλλο.
Δεν ξέρει, δε θυμάται ακριβώς πόσο κράτησε εκείνη η βόλτα. όπως δεν ήξερε τότε πόσα πολλά θα σήμαινε για κείνη κάποια μέρα. αφού κάποτε, στο άμεσο μέλλον μάλιστα, θα της άνοιγε τις πύλες σε μια νέα ζωή. σε μια ζωή γιομάτη τρυφερότητα και αλήθεια, συγκρούσεις και φιλιώματα, έρωτα και αποστροφή.
Τώρα, κλείνει τα μάτια της σφικτά και τους ζωγραφίζει με μαεστρία πολλή στον καμβά του αναπόφευκτου χθες. Τους ζωγραφίζει να περπατάνε, γνωστοί και ξένοι μαζί, στους δρόμους της παλιάς πόλης. αφουγκράζεται τους ήχους της μέρας που ξυπνά, της νύχτας που ξεψυχά και το μέσα της γεμίζει ολόκληρο με τα χρώματα της ρόδινης αυγής και της ζεστής απρόσμενής του παρουσίας.
Όχι, δεν ήταν εκείνη η πιο ευτυχισμένη νύχτα-μέρα της ζωή της, αλλά να, ίσως να ήτανε τελικά η πιο σημαντική. Ήταν η αρχή. Η αρχή που θα την ακολουθούσαν πολλά τέλη. Η αρχή για τα πάντα και για το τίποτα. το τίποτα που τώρα ζει.
Όταν βρίσκομαι μακριά, είμαι πιο πολύ κοντά σου από ποτέ, της είπε κάποια φορά προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις τάσεις φυγής του, την ανάγκη του για συνεχή ταξίδια. Αν δε μου λείπεις δε θα μπορώ να σ’ αγαπώ όπως σου πρέπει, σαν το ιδανικό μου. Κι αυτή τώρα έτσι ακριβώς νιώθει, πιο πολύ κοντά του παρά ποτέ, έτσι όπως συνοδεύει αμετάκλητα τον ύπνο και τον ξύπνιο της, έτσι όπως αναδύεται γαλήνιος, οργισμένος, πεισματάρης και τρυφερός μέσα από τις αναμνήσεις της.
Μετανιώνει. μετανιώνει πικρά που τον έδιωξε, που της έφυγε, αλλά μάλλον έτσι έπρεπε να γίνει. Αλλά, έπρεπε; Δεν είναι καθόλου σίγουρη γι’ αυτό, κι ας επιμένει εκείνος μέσα από τα γράμματά του ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, και πώς είναι καλύτερος ο πόνος του χωρισμού από τον καθημερινό θάνατο της ζωής, και άλλες ατάκες.
Πολλές φορές το κεφάλι της παίρνει να θολώνει και συλλαμβάνει τον εαυτό της κάπου να τον μισεί, να τον απεχθάνεται, αλλά αμέσως μετά καθαρίζει ο νοητός της ουρανός, η ηρεμία -έστω κι απρόσκλητη- επανέρχεται, και τότε τον αγαπά και πάλι. Τον αγαπά με πάθος νωχελικό επειδή τη βοήθησε να βρει το δρόμο το δικό της, κι ύστερα χάθηκε -κι ας είναι εκεί έξω-, έσβησε σαν περαστική σκιά απ’ τη ζωή της.
Τώρα, βάζει συχνά σκληρά ερωτήματα στον εαυτό της, τον καταταλαιπωρεί. Τι θα έκανε αν δεν τον γνώριζε; Στ’ αλήθεια, τι; Ποια θα ήταν; Πού θα πήγαινε; Αυτές οι απορίες βαραίνουν τις σκέψεις της και οι απαντήσεις, που γνωρίζει πια πολύ καλά, τη σκοτώνουν απαλά. Τη λύτρωσε η αγάπη του. Τη λύτρωσε! Την έσωσε από εκείνη την ίδια και τα λάθος πάθη της. Την έσωσε από έναν εαυτό που δεν ήταν δικός της. Κι ευχαριστεί τους άγνωστους θεούς της τύχης γι’ αυτό, και τους κακίζει – για το δώρο που της έκαναν, για κείνο που της πήραν.
Είναι στ’ αλήθεια παράξενο πολύ που κάποια σαν κι εκείνη -κάποια που βγάζει τα προς την επιβίωση με την τέχνη του λόγου- δεν μπορεί να εκφράσει καθαρά στο χαρτί και στο πρώτο πρόσωπο, που δεν μπορεί να βάλει σε μια σειρά τις λέξεις, που θα περιγράψουν όσο καλύτερα γίνεται το πως ακριβώς νιώθει. Ίσως να φταίει το ότι όλα τα λόγια της ήταν για κείνον. Αλλά κι ίσως, στο βάθος-βάθος, να μην ξέρει πράγματι τι νιώθει αυτή την ώρα, κι έτσι να μην μπορεί να το περιγράψει.
Ωστόσο, είναι σίγουρη για ένα πράγμα: πώς τώρα νιώθει φτωχή, φτωχή και πλούσια πολύ. Φτωχή στο καθημέρα της νέας της ζωής, πλούσια σε αναμνήσεις από την παλιά.
Την έχει πια ολότελα τυλίξει μέσα του ένα πέπλο μελαγχολίας και δεν ξέρει κατά πόσο η ηθελημένη μοναξιά θα μπορούσε να γίνει το γιατρικό της. Αλλά, κι αν δε γίνει, το γεγονός παραμένει: δε θέλει να είναι με κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό της. Έχει βαρεθεί -τους σιχάθηκε- τους ανθρώπους που έχουν αυτιά μα δεν ακούνε, που κοιτάνε μα δε βλέπουν. Τους έχει βαρεθεί και την έχουν βαρεθεί κι εκείνη, αφού κανείς δεν αντέχει πια να βρίσκεται κοντά σε τούτη τη μεγάλη μελαγχολική. Κανείς δεν μπορεί να τη νιώσει, να την καταλάβει. Κι η αλήθεια είναι ότι λυπάται. Λυπάται βαθιά, αλλά όχι και τόσο πειστικά, που δεν μπόρεσε να φορέσει για κείνους και πάλι το ψεύτικο, χαμογελαστό της προσωπείο. Λυπάται που δε βρίσκει πια τη χαρά, όπως παλιά, στα μικρά και τ’ ασήμαντα, και τα εφήμερα. Λυπάται που τώρα μισεί να δίνει φιλιά στον αέρα και ν’ ανταλλάζει μικρά κομπλιμέντα λουσμένα στο ψέμα, στα πλαίσια κάποιων κανόνων ζωής, που καθόλου δεν την εκφράζουν.
Ξεχειλίζει από οργή. Μιαν οργή που ώρα την ώρα της κλέβει τις στιγμές, τις ανάσες, που την κατασπαράζει. Μιαν οργή που ίσως κάποια μέρα κατασταλάξει, που ίσως ξεφτίσει στο πέρασμα του χρόνου και μετουσιωθεί σε γαλήνη. Αλλά αυτό, μάλλον, δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Εκτός κι αν επιστρέψει εκείνος κοντά της, εκτός κι αν συναντήσει ξανά κάποιον σαν κι εκείνον, ένα ακριβές αντίγραφό του, κάποιον που θα τη γνωρίσει χωρίς να τη ρωτήσει.


Δημοσίευση σχολίου